Ξεκαθάρισμα - Δώρα Κασκάλη


Επέστρεψε μουσκεμένη ως τα εσώρουχα από απόνερα, χλωρίνες και άζαξ για τα τζάμια με άρωμα γιαπωνέζικο τριαντάφυλλο. Τον είδε με την πλάτη γυρισμένη, να κάθεται άβολα στον καναπέ, να σηκωθεί-να μείνει, κοιτάζοντας μια εκπομπή για τα αποδημητικά πτηνά χωρίς ήχο.
Προσπέρασε το σαλόνι και μπήκε κατευθείαν στο μπάνιο. Δεν θα του μιλούσε, όχι, δεν ωφελούσαν τόσο καιρό μετά οι απολογισμοί. Ακόμη και ύστερα από το καυτό νερό που την εξανθρώπισε, η ίδια απόφαση.
Να του έλεγε «αντίο» ή «επιτέλους μου αδειάζεις τη γωνιά με τη ραθυμία σου, την άνεργη κούρασή σου», να τον έβλεπε απλώς με τη συγκατάβαση του ανθρώπου που μοιράστηκε μια ζωή σπαταλημένη ή με τη συνενοχή του πόνου που ξέσκισε τα σωθικά τους στον μακρύ διάδρομο του τέταρτου ορόφου του Παίδων;
Αύριο θα κάνανε το μνημόσυνο για το χρόνο, όχι, αυτή θα το έκανε, εκείνος θα απείχε από τις χριστιανικές εθιμοτυπίες. Γι’ αυτό του διάλεξε θέση για την αυριανή πτήση. One way για Τορόντο, μια βεντάλια δολάρια Καναδά κι ένα μικρό χαρτάκι με οδηγίες για το μπακάλικο του Αρχιμήδη (Archie's Grocery), αυτό ήταν το αντίο της, περισσότερο γενναιόδωρο απ’ ό,τι θα έλπιζε ακόμη κι εκείνος. Του τα έβαλε μέσα στο βιβλίο του –ένα μασημένο Άλεφ από τα πρώτα της δοντάκια- που μάζευε σκόνη τους τελευταίους μήνες στο τραπεζάκι του καφέ μπροστά από τον καναπέ. Φρόντισε μόνο να προεξέχουν αρκετά για να τα προσέξει.
Ούτε κι εκείνος της είπε κουβέντα, να της ζητήσει το λόγο που του επέβαλε να φύγει έτσι ξαφνικά από το σπίτι, στέλνοντάς τον έναν ωκεανό μακριά για να βρει μια τύχη αμφιλεγόμενη. Ο τελευταίος τσακωμός τους την ώρα που κρύωνε το φτενό κορμάκι της, έκλεισε τους λογαριασμούς τους. 'Οταν βγάλανε τη μάσκα κι αρχίσανε να γρυλίζουν δείχνοντας γυαλιστερά τα δόντια τους, ετοιμοπόλεμα για να σακατέψουν ακόμη και τις πιο τρυφερές μνήμες, κατάλαβαν ότι ξεπέρασαν το όριο του ανθρώπου κι αγκαλιάσανε ο καθένας τον πιο δικό του μινώταυρο. Δεν υπήρχε γυρισμός για το μεταξύ τους, αλλά θα μπορούσαν να ανασυστήσουν σε μια πιο πετυχημένη εκδοχή έναν ελκυστικό εαυτό και να τον περιφέρουν στις αγορές των εραστών.
Ξαπλώθηκε στο υπέρδιπλο κρεβάτι της και τυλίχτηκε μέχρι τη μύτη με το πάπλωμά της. Ακόμη και μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να χαρτογραφήσει τον λεκέ στο εσωτερικό του κεντρικού λαχουριού, μια πηχτή κηλίδα εμετού από την πρώτη της φρουτόκρεμα, να μυρίσει τον απόηχο από την ιδρωμένη πλατούλα της που άφησε το αποτύπωμά της σ’ αυτήν την παρδαλή σινδόνη ή να ψηλαφίσει το ανάγλυφο των κάθε λογής αλοιφών της καθημερινής υγιεινής της που είχαν σχεδόν ασβεστοποιηθεί πάνω στο λουλουδάτο ντεσέν, το οποίο άρχισε να ξεθωριάζει από την κακοπέραση.
Στο σαλόνι η τηλεόραση τρεμόπαιζε το τελευταίο βράδυ του στη χώρα που μέχρι τότε δεν είχε σκεφτεί ποτέ ν’ αποκαλέσει πατρίδα. 'Επρεπε να παρθεί μια απόφαση, επιτέλους, έστω και ερήμην του ενός. Το σώμα του είχε φτάσει τις αντοχές του, όπως διπλωνόταν ακόμη και τις ώρες της υποτιθέμενης ξεκούρασης στον γρομπιασμένο καναπέ. Ο λώρος που τους έδενε με το τραύμα του κοινού παρελθόντος τους είχε αρχίσει να νεκροποιείται, δεν αρδευόταν πια από την υγρασία της ολοφυρόμενης μνήμης –τουλάχιστον όχι γι’ αυτόν. 'Εμενε με τους μήνες στην ίδια θέση· η αμήχανη αγωνία του είχε καλουπώσει το πορτοκαλί ύφασμα σ’ ένα αμφίθυμο βαθούλωμα που ήθελε να πεταχτεί έξω από τον εαυτό του. Τίποτε δεν τον κρατούσε πια σ’ αυτό το σπίτι εκτός από μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη επιβίωσης· εκείνη δούλευε, αυτός περίμενε ένα πιάτο φαί ή ένα κομμάτι τυρί κι ένα καρβέλι, έστω και μπαγιάτικο. Σε καλύτερες εποχές, αυτός τροφοδοτούσε κι εκείνη μπορούσε να αφοσιωθεί στην ανέμελη ζωή, αργότερα στη σύντομη μητρότητά της.
'Οταν έκλεισε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, για να βυθιστεί στο ρυπαρό πάπλωμά της, αυτή που πάστρευε με απαράμιλλο επαγγελματισμό τα σπίτια των άλλων, αναγνώρισε το τέλος του μαζί, ακόμη και με τη μορφή της αναγκαστικής συγκατοίκησης. Τους τέλειωσαν τα λόγια, οι συμβολισμοί, οι χειρονομίες του μίσους. Εξάντληση, αυτή τον κρατούσε δέσμιο ως εκείνη τη στιγμή. Και τώρα που εξαντλήθηκε ακόμη κι αυτή, ένιωσε την ανάγκη να πάρει τη βαλίτσα με τα λίγα πράγματά του, να τσαλακώσει βιαστικά εισιτήριο και λεφτά μέσα στο πορτοφόλι του και να φύγει από το σπίτι, αφήνοντας οριστικά τα κλειδιά του στην ρετρό κλειδοθήκη της. 'Ηταν προτιμότερο να περάσει τις τελευταίες ώρες του στο αεροδρόμιο ανάμεσα σε καθαρόαιμους αγνώστους.
'Οταν ξύπνησε, άνοιξε τα παράθυρα να μπει το νέο φως μέσα στο σπίτι της, γέμισε την μπανιέρα κι έβαλε μέσα το βαρύ της πάπλωμα. 'Εριξε απορρυπαντικό, πάλεψε κάμποση ώρα με τους λεκέδες κι ύστερα άναψε τσιγάρο, παρατηρώντας το βρώμικο νερό να σώνεται, περιδινούμενο ζαλιστικά γύρω από την άφθαρτη ουσία του.



Η Δώρα Κασκάλη ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη. Το 2010 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της "Στο τρένο" από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης (υποψήφιο στη βραχεία λίστα των βραβείων του "Διαβάζω" στην κατηγορία του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα).  Το Νοέμβριο του 2011 κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις το μυθιστόρημά της "Κάτω". Αυτή την περίοδο γράφει τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων της, που ευελπιστεί να εκδοθεί το 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!