Η Κατάθεση - Κατερίνα Μόντη



Δύο κεφάλαια από το βιβλίο
εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ
 


7

Μία από τις λίγες φορές που η Δέσποινα τρομοκρατήθηκε  πραγματικά, ήταν στην προεκλογική περίοδο του 1978, όταν γυρνώντας κάποιο βράδυ από το Φροντιστήριο Αγγλικών τους είχε βρει  να την περιμένουν έξω από το σπίτι της, ένας μέσα κι ένας έξω από μια μαύρη πολυτελή κούρσα.  
«Δεν ξέρω τι θα κάνουμε με σένα, αυτήν τη φορά μπορεί να μην τη γλιτώσεις. Αν κάνω αυτό που πρέπει, το  σχολείο ξέχνα το, θα αποβληθείς από όλη την ελληνική επικράτεια! Πες μετά τον Φλωράκη να σε στείλει να μάθεις γράμματα στη Μόσχα, ή μάλλον.. στη Σόφια καλύτερα, που έχετε και συγγενείς… », την είχε απειλήσει ο ασφαλίτης, σκαιός και σαρκαστικός συνάμα, θα την πήγαινε λέει δικαστήριο επειδή ρύπαινε τους δημοτικούς κάδους με προεκλογικά αυτοκόλλητα του ΚΚΕ.
Αυτή, αφού τον άκουσε σκυφτή σφίγγοντας στο στήθος τα βιβλία της, έτρεξε να χωθεί στο σπίτι. Κι ας ήταν η απειλή υπερβολική για να ΄ναι αληθινή, την είχε κάνει να χάσει τον ύπνο της, και για μέρες μετά, κάθε φορά που έβλεπε το πρωί τον Λυκειάρχη να πλησιάζει το μικρόφωνο της κόβονταν τα πόδια. Η μόνη της γενναιότητα ήταν που άντεξε να το περάσει μόνη της. Τίποτα δεν είχε πει στους γονείς της, μην τους δώσει κι άλλα επιχειρήματα- τη μάλωναν και οι δύο για τα καμώματά της, έστω από άλλη σκοπιά. Τίποτα και στους συντρόφους στο κόμμα, μην και φανεί κιοτής.

Η εισαγωγή της το 1980 στην Ιατρική ήταν μια ..ιστορική οικογενειακή και πολιτική στιγμή. Από τη μια η ικανοποίηση της επιτυχίας και η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον («να σωθείτε από τη φτώχεια» και  «να μην κρέμεστε από κανέναν να σας ταϊσει», ήταν η μόνιμη επωδός της μητέρας στα κορίτσια της), από την άλλη η ανακούφιση για κάποιου  είδους τέλος εποχής. Οι απειλές δεν είχαν πραγματοποιηθεί, σπούδαζαν και οι κομμουνιστές, και όσα ήταν δύσκολα για μια μαθητριούλα της επαρχίας, θα τα λευτέρωνε η φοιτητική ζωή.. 
Άλλαζαν και τα πράγματα σιγά σιγά, το σκοτεινό κλίμα της πρώτης μεταπολίτευσης αλάφρωνε κάπως. Η Ελλάδα στολιζόταν Ευρώπη, και υποτίθεται πως αυτό απαιτούσε -και εξασφάλιζε- μια σταθερή αστική δημοκρατία. Το φακέλωμα ήταν πιο διακριτικό, και τον μπάτσο δεν τον έβρισκες μπροστά σου -ή ξωπίσω σου- εξαιτίας και μόνον των πεποιθήσεών σου (άλλο βέβαια αν ..διασάλευες την τάξη)
Η φιγούρα βέβαια των οργάνων της τάξης παρέμενε μαύρη, γι αυτό και το ΠΑΣΟΚ επαγγέλθηκε τον εκδημοκρατισμό τους, όταν το 1981 ανέλαβε με σοσιαλιστικές διακηρύξεις τη μεγάλη αλλαγή. Ο μπάτσος του τρίτου δρόμου θα ήταν τώρα φύλακας της Δημοκρατίας και του πολίτη. Εγγύηση; η κομματική του ταυτότητα, η σοσιαλιστική.
Έτσι σοσιαλιστικά ήταν και τα όργανα που κάποτε την προσήγαγαν στο Τμήμα μαζί με τον φίλο της για ένα δημόσιο φιλί στη λεωφόρο Αλεξάνδρας στην Αθήνα - είχαν πάει για Συνέδριο της ΕΦΕΕ. ‘84 θαταν ή ‘85, εποχή των «επιχειρήσεων αρετή» στα Εξάρχεια και τα πέριξ. Τους είχαν κρατήσει κάμποση ώρα για εξακρίβωση με την κατηγορία της προσβολής της δημοσίας αιδούς, επιφυλάσσοντας εν τούτοις για την ίδια - σε μια κρίση μάλλον φαλλοκρατικής αβροφροσύνης- διακριτικότερη μεταχείριση. Η Δέσποινα τότε, εκτός από το γελοίον της κατηγορίας, θεώρησε ακόμη πιο απαράδεκτο να είναι μόνον ο άνδρας υπεύθυνος απέναντι στον νόμο, και με μιαν ανεκδιήγητη άγνοια κινδύνου τους ερέθιζε για ώρα με τις -συν τοις άλλοις φεμινιστικές- διαμαρτυρίες της. Μόνο που δεν τους παρακάλεσε να τη μηνύσουν.
«Θα μπορούσαν να σου κάνουν κανα γερό χουνέρι για προσβολή των οργάνων» θα της έλεγε την επόμενη ένας φίλος (παθών εκείνος), ευτυχώς τελικά ούτε τότε ούτε άλλη φορά της έτυχε να την πειράξουν, μόνο λίγες τρίχες της κεφαλής της κράτησε κάποτε ένας μπάτσος, φτάνοντάς την σε απόσταση αναπνοής να τη συλλάβει. Καλοκαίρι του ’86, που τα ΜΑΤ είχαν σπάσει το πανεπιστημιακό άσυλο στην Πλατεία Χημείου. Δεν ήξερε ότι ήταν ικανή να τρέξει τόσο γρήγορα, με την ψυχή στο στόμα, άδικα κιόλας των αδίκων γιατί δεν ανήκε στους καταληψίες. Από περιέργεια είχε πλησιάσει με την παρέα της, και ίσως -ανομολόγητα- περισσότερο για χάρη ενός γοητευτικού αντιεξουσιαστή που της είχε δώσει την Πλατεία ως σημείο ενός  φιλάρεσκα γενικού και αόριστου- πλην.. επαναστατικού- ραντεβού. Ήταν από κείνους που τα έσπαγαν συχνά πυκνά στο Χημείο και τη Θεολογική, πιο πολύ life style παρά ουσία, σπρίντερ παρά μαραθωνοδρόμος, που γρήγορα αναλώθηκε τελικά στην ίδια του τη φλόγα, για να πεταχτεί ως φοίνικας απ τις στάχτες ένας σκληρός επιχειρηματίας με γοητευτικά άτακτο παρελθόν -αν υπήρχε άραγε κάποιος προφήτης να του τόλεγε τότε, τι ξύλο θα τρωγε;

      Οι μπάτσοι λοιπόν… Πολλά είχαν αλλάξει στο πέρασμα των χρόνων, και άλλα τόσα είχαν παραμείνει στην ουσία ίδια. Για τη Δέσποινα βέβαια προσωπικά, οι μόνες επαφές μαζί τους, από πολλά πλέον χρόνια, ήταν κάποιες ...κλήσεις της τροχαίας. Αναρωτιόταν τώρα, τι τύπους θα είχε να αντιμετωπίσει - όσο νάναι, άλλο Μπέας και άλλο σύγχρονοι μαθητές της Scottland Yard! Όπως αναρωτιόταν και για τις δικές της αντιδράσεις. Θα κατάφερνε να χειριστεί τον φόβο; τα τεχνάσματά τους; Ήταν κι εκείνα τα σχόλια της Ράνιας για τα «ελλείμματά» της, ένα πρόσθετο άγχος.



8

Την ίδια ώρα στην Αθήνα, ιδιαίτερα επίσης προβληματισμένος για το τι να κάνει και διερωτώμενος για τα δικά του ελλείμματα, ένας ψηλός μεσήλικας κατηφόριζε με τα πόδια τη λεωφόρο Αλεξάνδρας, στα βήματα ενός αγαπημένου του περίπατου προς το πεδίο του Άρεως, προσπαθώντας να ηρεμήσει και να ανασυνταχθεί- είχε πολλά στο κεφάλι του: Απ τη μια η ανακάλυψη της γιάφκας, να τώρα και το οικογενειακό ζήτημα να ξύνει τις παλιές πληγές.
Πριν δυο ημέρες ήταν, που η γυναίκα του τον είχε πάρει στο κινητό με  φωνή αγνώριστη από την αγωνία. «Έλα γρήγορα σπίτι, καιγόμαστε!»
«Πήρες την Πυροσβεστική;»
«Όχι τέτοια, Χριστιανέ μου! Αλλά είναι επείγον να μιλήσουμε Έλα και θα δεις…»
Και είδε, όταν πήγε, την Αντριάνα μαινόμενη και απαρηγόρητη: «Δεν θα το αντέξω αυτό», «θα πεθάνω», «να μην ξημέρωνε αυτή η μέρα»…
«Μα τι έγινε;»
«Τι έγινε, ε; Γούστο θα έχει να ήξερες και να μου το κρύβατε!»
«Μα…τι; Ποιοι;»
«Εσύ κι ο γιόκας σου!..» -έτσι πάντα έλεγε το αγόρι τους όταν ήταν θυμωμένη μαζί του, στις καλές ήταν το καμάρι της - «…Ξέρεις πώς λέγεται η μαϊμού που μας είχε κουβαλήσει τις προάλλες την πρωτοχρονιά, να μας τη συστήσει τρομάρα του και επισήμως;»
«Η Βέρα; γιατί μαϊμού; Εσύ δεν την είπες κούκλα;»
«Σκατά κούκλα! Τι μίλαγα κι εγώ, που να μην έσωνα… Βέρα τι, είναι; ξέρεις;»
«Μη με ξεροψήνεις, Αντριάνα, προχώρα το να χαρείς!»
«Ισακάι το επίθετο, ξυπνοπούλι μου! Ισακάι! Ακούς; Αλβανή νύφη σου ετοιμάζει ο κανακάρης σου!»
«Νύφη; Τόσο πολύ τόχουν προχωρήσει;»
«Εγώ σου λέω Αλβανή, εσύ ακούς το νύφη! Αν περιμένουμε από σένα, αντρουούλη μου, μας την πήρανε την Πόλη!»
Ο γιός τους, ο οποίος μέχρι τότε ήταν πολύ φειδωλός στο να τους γνωρίζει τα εκάστοτε φλερτάκια του, την Πρωτοχρονιά τους είχε γνωρίσει κάποια κοπέλα, παραδεχόμενος ότι στο δικό της σπίτι μένει τα βράδια που λείπει. Η ..φωτιά βέβαια άναψε λίγες μέρες αργότερα, όταν η μητέρα του τον πέτυχε να μαζεύει σεντόνια και παπλώματα να κουβαλήσει στη νέα φωλιά του, μαζί με μια μικρή τηλεόραση και ποιος ξέρει τι άλλο. Όταν αυτή σχολίασε ότι κάτι τέτοιο δεν είχε ξαναγίνει, εκείνος της ανακοίνωσε ότι το σκέφτεται πολύ σοβαρά να συζήσει με τη Βέρα και ίσως σύντομα να παντρευτούν- «πτυχίο πήρα, στρατό πήγα, λίγο με τη δουλειά να σιγουρευτώ και θα το προχωρήσουμε» είχε καταλήξει.
Τότε η μητέρα άρχισε να ρωτάει περισσότερα για την κοπέλα. Έμαθε ότι είχε μεγαλώσει στα Γιάννενα- εκεί έμεναν ακόμη οι γονείς της- ήταν αριστούχος στο Σχολείο, και είχε τελειώσει Πληροφορική. «Τα έχουμε βρει πολύ καλά μεταξύ μας, δεν έχω να περιμένω τίποτε καλύτερο. Ήδη η Βέρα εργάζεται κάπου, να στεριώσω κι εγώ λίγο στον Προδρόμου και.. φύγαμε για Δημαρχείο»
«Για Δημαρχείείείοο!!» τσίριζε ξανά η Αντριάνα, αναπαρασταίνοντας τη συζήτηση με τον ασεβή υιό. «Τι Δημαρχείο παιδάκι μου, του είπα! Χωρίς την ευλογία του Θεού; Τι πια, δεν έχουμε δυο δραχμές να σε στεφανώσουμε; άαπιστη θα παντρευτείς; Για αστείο το έλεγα, η καψερήηη, να γελάσουμε, και μου είπε ναι, κόκαλο έμεινα, ναι, μαμά, μουσουλμάνα θεωρείται, και δεν με νοιάζει, και σε παρακαλώ….Πώς δεν έπεσα ξερή, ο Θεός το ξέρει»
«Σιγά, καλή μου, σιγά. Κάποτε θα γίνονταν κι αυτά, τόσα χρόνια, πόσα παιδιά εδώ μεγάλωσαν…Ο καθένας θα μπορούσε…έτυχε σε μας τώρα, ψυχραιμία! Το κορίτσι….»
«Τι κορίτσι, βρε; Παίρνεις το μέρος της; Δεν φτάνει που μας άλλαξαν τα φώτα τόσα χρόνια, που μας κατακλέψανε, μας πήραν τις δουλειές, που βγαίνεις στο δρόμο και πιο πολύ ακούς ξένους να μιλάνε παρά Έλληνες..»
«Την Αρίσα που σου σφουγγαρίζει όμως, την προτιμάς!»
«Καλά, επικοινωνείς; Επειδή η Αρίσα είναι φτηνότερη, θα αρχίσουμε να ανακατεύουμε και το αίμα μας; Εσύ τέτοια όνειρα είχες για τον γιο σου;»
«Και τι θα κάνεις αν τη θέλει;»
«Εγώ τι θα κάνω; Πάλι εγώ τι θα κάνω; Εσύ συνέχεια ο καλός κι εγώ η κακιά; Αλλά έτσι, χαλβάδες δεν είστε όλο σου το σόι; απορώ πώς τα καταφέρνεις στη δουλειά σου, με τόσο κόσμο…. Αλλά όοοχι, χρυσέ μου, αυτήν τη φορά το πράγμα είναι σοβαρό, και θα κάνεις κι εσύ! Θα του μιλήσεις και θα τον ορμηνεύσεις όπως πρέπει.  Νάβλεπες εμένα τι γλώσσα μούβγαλε ο αχάριστος! Παπούτσι! Τι υποκρίτρια με αποκάλεσε, τι ότι θυμάμαι τον Θεό όταν με συμφέρει, τι  ρατσίστρια… ν ανοίξω λέει τα στραβά μου, να μάθω ιστορία, το παλιόπαιδο, νΝα μιλούσα εγώ έτσι στους γονείς μου; απ τη γλώσσα θα με κρέμαγαν! Παιδιά είναι αυτά τα σημερινά; Αλλά…θα μου πεις.. τι να σου κάνει; τον τύφλωσε η γύφτισσα!»
«Τιιι.. ιστορία να μάθεις;»
«Δεν μπορείς να φανταστείς τι μου είπε, ο αθεόφοβος! Μου είπε να κάνω ντιενέι μήπως είμαι σπόρος του Ιμπραήμ! ότι οι μισοί ήρωες λέει του ΄21 ήταν Αρβανίτες ή μιλούσαν Αρβανίτικα. Ο Καραϊσκάκης! ακούς; Ο Ανδρούτσος λέει ήταν και Μουσουλμάνος, πού τα άκουσε αυτά θα ΄θελα να΄ξερα… Ότι τι θα πει Έλληνας και ξέλληνας, αυτά είναι για να μας δουλεύουν, ότι ο Θεός είπε να αγαπάμε αλλήλους. Να τους αγαπάμε του λέω κι εγώ παιδί μου, να τους ελεούμε, να τους λυπόμαστε, όχι να τους παντρευόμαστε. Δεν άκουσες τις προάλλες τον Μητροπολίτη στην τηλεόραση, ότι η πατρίδα μας κινδυνεύει…»
«Με το μαλακό, Αντριάνα, με το μαλακό, να δούμε…»
«Δεν έχει μαλακό, και μη μου κάνετε εμένα τους προχωρημένους, γιος και πατέρας! Ο γάμος δεν είναι μόνο γλέντια στο κρεβάτι, είναι περιουσίες, εγγόνια, σόγια… Φαντάζεσαι το όλο συμπεθεριό;»
«Χα! Άραγε, λες..» της είχε τότε απαντήσει σκεφτικά - δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να την προγκίξει, κι ας μην ήταν σίγουρος τι ακριβώς ήθελε να προκαλέσει- «… θα είναι δυσκολότερο από το δικό μας το συμπεθέρεμα;»
Αιφνιδιάστηκε προς στιγμή η Αντριάνα,  η φόρα της βραχυκυκλώθηκε, και χρειάστηκε λίγο χρόνο για να απαντήσει, με σαφώς αλλαγμένο ύφος: «Μα τι θυμήθηκες τώρα, μετά τόσα χρόνια; Ήταν δύσκολο, δεν λέω, χρειάστηκε να κάνω πολλή υπομονή, δεν τα μάθαινες όλα εσύ, τι τραβούσα, τουλάχιστον ας ήμουν εγώ ο άντρας… Όμως, αγάπη μου, άλλο πράμα, εσύ ήσουν Έλληνας και Χριστιανός Ορθόδοξος, βρίσκεις καμία σχέση; Αγαπιόμασταν και τόσο πολύ, θυμάσαι;»
«Και γιατί να μην αγαπιούνται κι αυτοί;»
«Εντάξει, λοιπόν, αφού το θέλεις έτσι! Αγαπιούνται! Άρα τον αγαπάει κι αυτή!»  ξαναβρήκε εκείνη το πάθος της και μαζί ξαναφούντωσε και το βέτο της. «Κι αν τον θέλει στ αλήθεια η παλιομουσίτσα, να βαφτιστεί Χριστιανή να κάνουμε γάμο κανονικό. Και στα εγγόνια μου λέξη Αλβανική! Ετσι κι αλλιώς αυτή Ελληνικά μιλάει και τα ξέρει καλά, σημαιοφόρος ήτανε μου είπε ο δικός μας… η προκομένη, την έβλεπαν μαθές και στον ύπνο τους οι Ισακάηδες την Ελληνική σημαία να τη μαγαρίσουν… Θα του μιλήσεις εξάπαντος!» σηκώθηκε και έσεισε το δάχτυλό της μπροστά στο πρόσωπό του  σαν πιστόλι «Και σύντομα! Εσένα θα σ ακούσει, και σαν άνδρα, αλλά και γιατί μέχρι τώρα ήσουν με τα νερά του. Ή να τη σχολάσει, ή αυτά που είπαμε. Αλλιώς, να ξέρεις,πάνω απ το πτώμα μου!»
 Την επομένη κιόλας πατέρας και γιός βγήκαν έξω για τσιπουράκι και κουβέντα. Είπανε, είπανε, σε πολλά συμφώνησαν, αλλά στην ταμπακιέρα  κόλλησαν.
«Δεν το περίμενα από σένα, να μιλάς σαν ρατσιστής» διαμαρτυρήθηκε ο γιος.
«Μα δεν είμαι! Κι αν το καλοσκεφτείς, τη Βέρα υπερασπίζομαι, θα μπορέσεις να την υποστηρίξεις ως γυναίκα σου, στις ιδιαίτερες δυσκολίες που θα έρθουν στη ζωή σας; Γιατί σίγουρα θα έρθουν. Μόλις περάσουν τα πρώτα μέλια…. αυτή θα είναι το πρώτο θύμα»
«Τι ..ύπουλο επιχείρημα είναι αυτό, πατέρα; Πού το σκέφτηκες; Εσύ δεν παίνευες προχθές τη νέα Κυβέρνηση που θα δίνει υπηκοότητες; Που είπε ότι θα φτιάξει τζαμί; Και επ ευκαιρία, στο σόι της Βέρας, μισοί- μισοί είναι στη θρησκεία, και καρφί δεν τους καίγεται. Όχι σαν τη μαμά, που…ό,τι θέλει τον κάνει τον Θεό της! Για την πάρτη της συγχώρεση και αγάπη, για τους άλλους φωτιά και τσεκούρι .. Πολύ μόνη της θα είναι στον Παράδεισό της, της το είπα»
«Αγόρι μου, ο γάμος δεν είναι μόνο αγκαλιές στο κρεβάτι! Η έννοια της οικογένειας είναι μεγαλύτερη, τα προβλήματα μπορούν να ξεφυτρώσουν από κει που δεν το περιμένεις, ζητήματα πολύπλοκα, και με προεκτάσεις, καταλαβαίνεις…»
«Πώς δεν καταλαβαίνω, όσο πολύπλοκο και με προεκτάσεις είναι το όνομά μου! Πρωτότοκο αγόρι στην Ελλάδα, να με βγάλεις στον πεθερό σου; Για τόσο γίδι μ έχεις;  Καταλαβαίνω, γι αυτό και δεν σε δικαιολογώ. Γιατί εσύ περίμενα να ξέρεις ότι δεν είμαστε εγώ και η Βέρα το πρόβλημα, αλλά ίσως μια από τις λύσεις του»
Είχε καταπιεί τη γλώσσα του με το τελευταίο ο ταλαίπωρος σύζυγος και  πατέρας, και αυτό ακριβώς σκεφτόταν στον περίπατό του: ότι δεν είχε μπορέσει να σώσει τίποτα, να αρθρώσει έστω κάποιες δικαιολογίες -γιατί είχε, που να πάρει… Ώρες θα μπορούσε να μιλάει για τα δικά του, δεν είπε όμως τίποτα τελικά. Απλώς υποσχέθηκε να το ξανασυζητήσουν μετά από λίγες μέρες, που θα είχε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του.
«Δε χρειάζεται, μπαμπά, εγώ έχω πάρει τις αποφάσεις μου»
«Το χρειάζομαι εγώ, παιδί μου, θα δεις, έχουμε πολλά να πούμε. Ίσως πάμε και στο χωριό μια βόλτα, να ανάψουμε ένα κερί στον πατέρα μου που τον θυμήθηκες, κι ας μην τον γνώρισες. Ελπίζω να ξεμπλέξω γρήγορα»
Να ξεμπλέξει με την ιστορία της γιάφκας- πώς πέφτουν έτσι καμιά φορά όλα μαζί…

Μόντη Κατερίνα, γεννήθηκα το 1962 στα Γιαννιτσά. Σπούδασα Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από το 1996 ασκώ την Παιδιατρική ειδικότητα. Από το 1999 είμαι γιατρός του ΕΣΥ, ιδιότητα με την οποία αρχικά υπηρέτησα στην Ικαρία, ακολούθησαν τα Γιαννιτσά και η Θεσσαλονίκη. Η "Κατάθεση" είναι η πρώτη μου λογοτεχνική εμφάνιση, και πρόκειται για ένα έργο εν πολλοίς πολιτικό, με αρκετά στοιχεία αυθεντικών μαρτυριών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!