Ανθρώπινο Ολοκαύτωμα - Χριστόφορος Παυλίδης



Ιστορίες του παράδοξου



I

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 3ης του Μάρτη, το τραίνο της γραμμής αποβίβασε στο σταθμαρχείο της Λαγουδέρας, εμένα τον Δασονόμο Χρύσανθο Παπαγεωργίου, τον μοναδικό επιβάτη που είχε προορισμό αυτή τη δασωμένη κωμόπολη της Καμπανίας.
Τυλιγμένος στους ατμούς της μηχανής, που απομακρύνονταν σφυρίζοντας, βάδισα προς το φωτισμένο γραφείο, όπου ένας νυσταγμένος υπάλληλος της Εταιρίας συντρόφευε την αγρύπνια του, αραδιάζοντας τις φιγούρες μιας τράπουλας πάνω στο ξύλινο τραπέζι.
Το τρίξιμο των σκουριασμένων μεντεσέδων της πόρτας, του απόσπασε την προσοχή από το αργόσχολο παιχνίδι του και, μ’ ένα τυποποιημένο χαμόγελο, ύψωσε ερωτηματικά τα μάτια του στο πρόσωπο μου.
Συστήθηκα και κάθισα αναπαυτικά στον μαλακό καναπέ, απέναντι από τη φωτιά που τριζοβολούσε στο μικρό, τούβλινο τζάκι.
Αποφάσισα να περιμένω το ξημέρωμα, συντροφιά μ’ εκείνο τον συμπαθητικό νέο που, με ολοφάνερη χαρά, φλυαρούσε ακατάσχετα, αραδιάζοντας –μέσα σε λίγη ώρα- όλες τις πληροφορίες, που θα μπορούσε κανείς να μάθει για την κωμόπολη και τους ανθρώπους της.
Όταν ένα μουντό, γκρίζο φως σήμανε το ξύπνημα της μέρας τον ευχαρίστησα, για τη νυχτερινή φιλοξενία και κίνησα για το σπίτι της Ευρυδίκης Γεωργίου, που έμελλε να γίνει η κατοικία μου, για όσο καιρό θα κρατούσε η μετάθεση μου σ’ εκείνο τον απόμακρο τόπο.
Η νοικοκυρά μου, μια σοβαρή και μετρημένη στα λόγια κυρία, με τακτοποίησε γρήγορα στο δωμάτιο μου, ένα φωτεινό και απλόχωρο σαλόνι, που το παράθυρο του έβλεπε στο εσωτερικό μιας αυλής – οπωρώνα, με αμυγδαλιές και βερικοκιές.
Εκεί, η κούραση του ταξιδιού αγκάλιασε τα νυσταγμένα μου βλέφαρα και βυθίστηκα σ’ έναν βαθύ, ευεργετικό ύπνο, δίχως όνειρα.



II

Ξύπνησα από το επίμονο χτύπημα της πόρτας. Ήταν η νοικοκυρά μου, που μου ανάγγειλε τον ερχομό του εργολάβου της αντιπυρικής ζώνης του δάσους της Λαγουδέρας.
Ο Νίκος Περίδης, ένας πενηντάρης ομορφάντρας, έτεινε εγκάρδια το χέρι και, δίχως πολλές περιστροφές, μου εξέθεσε την πορεία του έργου, πάνω στο τοπογραφικό σχέδιο της περιοχής, που κουβαλούσε.
Το πρώτο μέρος του, μια πλατειά περιφερειακή λεωφόρος, που χώριζε την κωμόπολη από το δάσος, είχε τελειώσει και τώρα απόμεναν οι σπουδαιότερες εργασίες της χάραξης δυο κάθετων λωρίδων πάνω στην περιφερειακή, που μαζί με τη φυσική χάραξη της κοιλάδας, που διέσχιζε ο Νεραϊδοπόταμος, θα χάριζαν μια τέλεια αντιπυρική προστασία στην περιοχή.
Αργότερα, οι δυο μας, σκαρφαλώναμε με το Land Rover του Δασαρχείου την απότομη πλαγιά του λόφου Ρίλα, απ’ όπου θα παίρναμε μια ολοκληρωμένη εικόνα των εργασιών.
Μπροστά μας απλώνονταν τα όμορφα, κεραμιδόσκεπα σπιτάκια του χωριού, που αποχωρίζονταν από τον σφιχτό κλοιό του δάσους με την πλατειά, χωμάτινη λεωφόρο. Στα δεξιά μας, φιδογύριζε στη βαθιά κοίτη του ο Νεραϊδοπόταμος, που τ’ αφρισμένα του νερά περνούσαν κάτω από τα δυο περίτεχνα, παραδοσιακά  γεφύρια της Λαγουδέρας, για να χαθούν στον απλωμένο κάμπο, που αχνοξεχώριζε από το λεπτό στρώμα της ομίχλης. Ξέχωρα από τα γυμνόφυλλα κλαριά των πλατανιών και της λεύκας, που φύτρωναν σε όλο το μήκος της κοιλάδας, το σκούρο πράσινο του πεύκου και των κυπαρισσιών κυριαρχούσε στο πυκνό και αδιαπέραστο δάσος.
Με το σουρούπωμα, κινήσαμε να επιστρέψουμε και σε κάποιο σημείο, που ο δρόμος πλησίαζε την κοίτη του ποταμιού, συναντήσαμε μια γυναίκα να κάθεται σε κατάσταση περισυλλογής σ’ ένα βράχο της όχθης.
«Ποια να ‘ναι άραγε και ποιες σκέψεις την έφεραν σ’ αυτή την ερημιά;»
«Είναι η Βέρα Πέλιου, η δασκάλα του Νηπιαγωγείου.», απάντησε ο Νίκος.
«Κάθε απόγευμα, πριν τη δύση του ήλιου, συνηθίζει αυτόν τον περίπατο, εδώ και έξη μήνες που μένει στο χωριό. Ο κόσμος γνωρίζει την παραξενιά της και δεν ασχολείται πια μαζί της. Ίσως κάποια εσωτερική ανάγκη για απομόνωση οδηγεί τα βήματα της μακριά από τους ανθρώπους. Είναι ένα δυστυχισμένο, μελαγχολικό πλάσμα, αλλά δεν ενοχλεί κανένα και μένει στο σπίτι της κυρίας Ευρυδίκης, όπου φιλοξενείσαι κι εσύ. Δεν θα σε συμβούλευα ν’ ανοίξεις παρτίδες μαζί της.»
Κούνησα ασυναίσθητα το κεφάλι και, δίχως να δώσουμε συνέχεια στην κουβέντα, αποχαιρετιστήκαμε στην είσοδο του Δασαρχείου.


III

Το απογευματινό της επόμενης μέρας, έπειτα από σύντομη μεσημεριάτικη ανάπαυση, μια εσωτερική παρόρμηση μ’ έσπρωξε ν’ αναζητήσω ένα μοναχικό περίπατο, έξω από τις φιλικές παρουσίες των χωρικών.
Άφησα τη μαγεία του ηλιόλουστου, Χειμωνιάτικου τοπίου να περάσει τις εικόνες του, μέσα από την αισθητήρια αντίληψη των ματιών στο βάθος της καρδιάς και να την κυριέψει! Έτσι, ασυναίσθητα, όπως ακολουθούσα την όχθη του ποταμού, βρέθηκα απέναντι στη συλλογισμένη μορφή της Βέρας, που, ξαφνιασμένη, σηκώθηκε έτοιμη για φυγή.
«Παρακαλώ δεσποινίς, μη ταράζεστε!» προσπάθησα να την καθησυχάσω. «Είμαι κι εγώ ένας άνθρωπος που αναζητά περισυλλογή στη φύση, όπως κι εσείς και  λυπάμαι βαθιά, αν η παρουσία μου διέκοψε την ονειροπόληση σας.»
Με κάρφωσε επίμονα με το σκοτεινό βλέμμα των ζεστών, θλιμμένων ματιών της κι έπειτα, ησυχασμένη, γέλασε πικρά και μου είπε:
«Πρέπει να ξέρετε Κύριε, πως αυτό το δάσος αντιπροσωπεύει για μένα τον πολυτιμότερο σύντροφο. Κάθε του πέτρα και δέντρο έχει γίνει αποδέκτης του ψυχικού μου σπαραγμού. Οι κραυγές των ζώων και τα κελαδήματα των πουλιών, αντηχούν τους στίχους των τραγουδιών της χαράς και της λύπης μου. Κάθε τι εδώ γύρω, υλικό και άυλο, έχει αποτυπώσει κάτι από τα βιώματα της ψυχής μου. Μάθε, λοιπόν, τους λόγους που με κρατούν σύντροφο με το δάσος τις λιγοστές ώρες κάθε απογευματινού. Και επιθυμώ να τις βιώνω ΜΟΝΗ, μαζί του!»
Πλησίασα και κάθισα δίπλα της και, μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος, είπαμε με αυθορμητισμό όλα εκείνα, που μπορούν να ειπωθούν με εμπιστοσύνη, όταν διακρίνουμε την ειλικρίνεια στα μάτια των άλλων.
Έτσι έμαθα την ιστορία του άτυχου γάμου της, που δεν κράτησε περισσότερο από πέντε χρόνια. Και βρέθηκε αυτή να  φροντίζει ολομόναχη το μεγάλωμα των δυο αγοριών της, που, τώρα, τα είχε εμπιστευθεί στη μητέρα της, αφού ο ψυχικός κλονισμός της είχε κουρελιάσει τα νεύρα. Τώρα, σ’ αυτό τον τόπο, όπου η ίδια ζήτησε να μετατεθεί, προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια της, τη χαμένη της ηρεμία και να μπορέσει να προσαρμόσει τη ζωή της στο νέο, δύσκολο ρόλο της.
Το γοργό άπλωμα, όμως, της νύχτας μας υποχρέωσε να επιστρέψουμε βιαστικά στο χωριό και να δώσουμε συνέχεια στη συζήτηση, σε κάποια άλλη συνάντηση.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν τις επόμενες μέρες, έμελλαν να σημαδέψουν καθοριστικά τη ζωή μου και να την κλυδωνίσουν εξουθενωτικά σε μια επικίνδυνη περιπέτεια.


IV

Κοντά στο τέλος του Μάρτη, επιστατούσα με τον Περίδη το κόψιμο των δέντρων, για το άνοιγμα της πρώτης κάθετης αντιπυρικής ζώνης. Οι ξύλινοι γίγαντες σωριάζονταν γύρω μας, καθώς τ’ αλυσοπρίονα ροκάνιζαν τους κορμούς τους και η ολοκλήρωση της δουλειάς προχωρούσε με γρηγορότερο ρυθμό απ’ ότι είχαμε υπολογίσει. Ο ζωηρός, όμως, ανταγωνισμός και τα χαρούμενα τραγούδια πάγωσαν, όταν ο πελώριος κορμός του κυπαρισσιού ξέφυγε από τον γάντζο και, μ’ ένα βαθύ τριγμό, έπεσε στην αντίθετη μεριά απ’ εκείνη που τον περίμενε το συνεργείο. Δεν πρόλαβα να παραμερίσω και οι γιγαντωμένοι κλώνοι με παρέσυραν, παγιδεύοντας το κορμί μου κάτω από το συντριπτικό τους βάρος. Με κομμένη την ανάσα, σχεδόν λιπόθυμος, άκουγα -μέσα από όνειρο- τις ζωηρές φωνές των ανθρώπων, που δούλευαν σαν μελίσσι να πετύχουν την απελευθέρωση μου από τον θανατερό κλοιό των κλαδιών.
Ξύπνησα με ολότελα μουδιασμένο το κορμί και με το στήθος να πονά σε κάθε ανασασμό! Το απαλό άγγιγμα της παλάμης της Βέρας στο μέτωπο και το φωτεινό χαμόγελο, που φώτισε το μελαγχολικό της πρόσωπο, ηρέμισαν την αγωνία μου.
«Ήσουν πολύ τυχερός!» είπε, τρυφερά. «Απ’ όλη τη φοβερή περιπέτεια, θα σου μείνουν μονάχα μερικές μελανιές κι αυτές θα περάσουν σε λίγες μέρες. Αν σε χτυπούσαν τα ξερόκλαδα του δέντρου θα ήσουν τώρα νεκρός κι εγώ θα είχα χάσει τον καλύτερο φίλο μου σε τούτο τον ερημότοπο.»
Μόρφασα ένα πονεμένο χαμόγελο κι αποκοιμήθηκα ησυχασμένος, αφού θα έμενε φύλακας του ύπνου μου η αγαπημένη της συντροφιά!


V

Ο Απρίλης ανθοφόρεσε τα δέντρα και πρασίνισε το βουνό και τον κάμπο. Όλη η φύση στολίστηκε για τη λαμπρή γιορτή της άνοιξης, που τον ερχομό της προμηνούσαν οι μυρωμένες πνοές του αγέρα κι ο ανήσυχος βόγγος των ζώων, που αποζητούσαν ζευγάρωμα!
Ένα από αυτά τα όμορφα απογευματινά, βρεθήκαμε ν’ απολαμβάνουμε μαγεμένοι το κελάδημα των αηδονιών, μέσα από τις αγκαθωτές φωλιές των θάμνων. Μια γλυκιά χαύνωση μας είχε φέρει σε κατάσταση υπνωτική,  που, άθελα, τα χέρια μας βρέθηκαν σφιχτοδεμένα και τα χείλη μας τόσο κοντά, που η καυτή πνοή της ανάσας πύρωσε τις αισθήσεις. Φιληθήκαμε με αχόρταγο πάθος και, βυθισμένοι στο μαλακό στρώμα των χορταριών, γευτήκαμε τη χαρά του έρωτα ελεύθερα, χωρίς ίχνος ντροπής. Στροβιλιστήκαμε μανιασμένα στους παραδεισένιους λειμώνες της ηδονής κι’ έπειτα, χορτασμένοι, απομείναμε ξαπλωμένοι με μάτια μισόκλειστα ν’ αναπνέουμε λαχανιασμένα τη μυρουδιά του πληγωμένου χορταριού!
Κοντά στο νύχτωμα της μέρας, κράτησα στις παλάμες το πρόσωπο της και γύρεψα το άγγιγμα των χειλιών της. Μα το σκοτείνιασμα των ματιών της δεν άφησε την επιθυμία μου να ολοκληρωθεί!
«Δεν θα ξαναϊδωθούμε Χρύσανθε!» είπε, με ψυχρή, σαν μέταλλο φωνή. «Το γνώριζα, αλλά το απευχόμουν, πως θα φτάναμε εδώ. Δεν κρατούν για πολύ αντάμα φιλία και έρωτας. Ζήτησα από εσένα την πρώτη και έτσι, όπως ήρθαν τα πράγματα, είναι νεκρή πια κι’ αυτή! Πες πως, ότι κι αν έγινε, ήταν ικανοποίηση μιας βιολογικής ανάγκης στερημένης … μια αδύναμη στιγμή του εαυτού μου. Μα έχω ανάγκη από φιλία και όχι από έρωτα, μια κι ούτε καν αισθάνομαι  έτσι μαζί σου. Δεν το ‘χω σκοπό να τραβιέμαι και σ’ άλλη περιπέτεια. Μου φτάνουν όσα υπέφερα στον προηγούμενο, άτυχο δεσμό μου!»
Την άκουγα κατάπληχτος και δεν είχα τη δύναμη ν’ αρθρώσω λέξη σε όσα παράλογα έλεγε. Κι όταν σηκώθηκε, τρέμοντας, να κατηφορίσει τον δρόμο της φυγής, ήμουν ανήμπορος να πράξω οτιδήποτε που θα την σταματούσε. Μόνο έμεινα ακίνητος, παρακολουθώντας τη μορφή της, που χάνονταν στο θόλωμα των ματιών μου!
Τις κατοπινές μέρες, βύθισα τον εαυτό μου στα σκαλοπάτια της ταπείνωσης, αφού, αναζητώντας τη λησμονιά μέσα από τους ατμούς της μέθης, έγινα ο περίγελως των χωρικών, που γέμιζαν το πνιγηρό καταγώγιο της ταβέρνας. Μάταια ο Περίδης, που έδειξε αληθινή κατανόηση και συμπάθεια για μένα, προσπάθησε να με αποτραβήξει από το ολισθηρό κατρακύλισμα και να με λογικέψει. Ενεργούσα σχεδόν στα τυφλά, λες και κάποιος αόρατος φραγμός να είχε απομονώσει το μυαλό από τις αισθήσεις, που δρούσαν έξω από κάθε έλεγχο λογικής.
Οι εμφανίσεις της Βέρας σπάνιζαν και, όσες φορές χτυπούσα μεθυσμένος την πόρτα της, δεν έπαιρνα απάντηση, πέρα από κάτι πνιχτούς ήχους, που θύμιζαν λυγμούς.


VI

Κόντευε να βγει ο Ιούνης και οι εργασίες της αντιπυρικής προστασίας ήταν στο τελευταίο τους στάδιο. Σε λίγες μέρες έληγε η απόσπαση μου και θ’ άφηνα οριστικά αυτό τον τόπο, που τόσο βαθιά ταπείνωσε την αξιοπρέπεια μου.
Ζαλισμένος από το οινόπνευμα, θέλησα να βρεθώ, για τελευταία φορά, εκεί όπου την ίδια μέρα με αγκάλιασαν η χαρά και η λύπη και ν’ αποχαιρετίσω στερνά το χαμένο μου όνειρο.


Η φιγούρα ΤΗΣ, σκιασμένη από τα βαριά σύννεφα, είχε τη γρανίτινη σκληράδα του βράχου, απ’ όπου, σκαρφαλωμένη, παρατηρούσε το πλησίασμα μου με γέλιο υστερικό, όλο κακία. Οι ριπές του ανέμου, κακομόρφιζαν την ωραιότητα του σκεπασμένου από τα μπερδεμένα μαλλιά προσώπου της. Τα μάτια της, πιο μαύρα από κάρβουνο, σπίθιζαν από την αντανάκλαση των αστραπών, που έφερναν την καλοκαιριάτικη καταιγίδα!
Ξετρελαμένος, έτρεξα προς την αγαπημένη της οπτασία και βρέθηκα ν’ αγκαλιάζω με λυγμούς τη γυμνή επιφάνεια του βράχου, που μούσκευε από τις χοντρές ψιχάλες της βροχής.
Το νερό έπεφτε με καταρρακτώδη δύναμη, τώρα, αναπηδώντας στις πέτρες και διασπώμενο σε μυριάδες νεροσταλίδες! Ήμουν ολότελα μουσκεμένος και βάδιζα σαν χαμένος στο χαλασμό των στοιχειών της Φύσης.
Λίγο παραπέρα, κάθισα κάτω από το προστατευτικό στέγαστρο μιας αποθήκης πυροσβεστικού υλικού κι απόμεινα εκεί, να παρατηρώ αδιάφορα τα παιχνίδια του νερού και του αέρα.
Μια γλυκιά νάρκωση κυρίευε, πόντο με πόντο, το κορμί μου, βυθίζοντας το σε χαοτικά ταξίδια ανυπαρξίας. Είδα με πικρό χαμόγελο ν’ αναπηδούν γαλάζιες φλογίτσες από το σώμα μου. Δεν ήθελα να ζω … ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΖΩ!


Ο ιατροδικαστής Γιάννης Καρζής, κοίταξε συλλογισμένος τα καμένα, ανθρώπινα απομεινάρια (ένα κάτω σαγόνι, μια ανδρική γάμπα με το παπούτσι της και τρία δάκτυλα του δεξιού χεριού, ανάμεσα σε μια σκούρα, λιπαρή ουσία) και, στρέφοντας το πρόσωπο του στο Νίκο Περίδη, είπε:
«Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα από τα σπάνια και ανεξήγητα φαινόμενα της αυτόματης ανάφλεξης. Η πιθανότερη εξήγηση είναι πως, ο ψυχικός τραυματισμός και η κατάθλιψη του Χρύσανθου Παπαγεωργίου, επέδρασαν ψυχοσωματικά στο σώμα και στο μεταβολισμό του, προκαλώντας ανισορροπία στα φωσφαγένια και ακανόνιστη συμπεριφορά στους θερμοστατικούς μηχανισμούς του σώματος. Άρχισε τότε μια εσωτερική αποσύνθεση, που οδήγησε στο σχηματισμό υπερβολικά εύφλεκτων ουσιών. Αν, τώρα, συνδυάσουμε και το γεγονός της χθεσινής καταιγίδας και την πιθανότητα της πτώσης ενός σφαιρικού κεραυνού (που έχει ισχυρή ενέργεια από βραχέα ραδιοκύματα, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται σε φούρνους μικροκυμάτων) τότε μπορούμε να δώσουμε κάποια εξήγηση στο φοβερό τούτο αποτέλεσμα της τέλειας καύσης, που βλέπουμε!»



ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Την επόμενη μέρα, όλοι οι κάτοικοι της Λαγουδέρας, συγκλονισμένοι από το τραγικό του τέλος, συνόδεψαν τον Χρύσανθο στο τελευταίο του ταξίδι!
Μόνο η Βέρα, κλεισμένη στην σπαραχτική μοναξιά του δωματίου της, αποχαιρέτισε βουβά τον άνθρωπο, που συγκλόνισε την ψυχή της μ’ έντονο πάθος και μίσος, αφού ξύπνησε μέσα της τη μαγεία του έρωτα, που πάσχιζε να λησμονήσει!
Σκούπισε τα υγραμένα της μάτια, κατάπιε με δυσκολία ένα τελευταίο λυγμό και είπε, απευθυνόμενη στο πρόσωπο, που έδειχνε ο καθρέφτης: «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΗΣΩ!».






Ο Χριστόφορος Παυλίδης γεννήθηκε  στη Θεσσαλονίκη, όπου  σπούδασε Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο  Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης,
Εργάστηκε σαν Δικαστικός Υπάλληλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο, απ’ όπου αποχώρισε.  Τώρα ασχολείται-  αποκλειστικά-  με τη συγγραφή διηγημάτων και μυθιστορημάτων.
Μέχρι στιγμής έχει συγγράψει 6 μυθιστορήματα –νουβέλες και 30 διηγήματα. Το ύφος της γραφής του Χριστόφορου Παυλίδη κινείται στα πεδία του Φανταστικού, του Αστυνομικού Θρίλερ και του Παράδοξου.
Ως δημιουργός αγαπά και την ποίηση, όπου οι δημιουργίες του επεκτείνονται σε κάθε είδος της ποιητικής τέχνης.
Εξέδωσε τη σειρά διηγημάτων υπό τον τίτλο «Ντεβά», από τις εκδόσεις «Νέα Ακρόπολη» το 1989 και τη νουβέλα, που τιτλοφορείται «Μη ζωντανεύεις πεθαμένους θρύλους», από τις εκδόσεις “Άγνωστο” το 2011.
Ως λογοτέχνης έχει λάβει μέρος σε διάφορους διαγωνισμούς διηγήματος – μυθιστορήματος από τους οποίους  απέσπασε  επαίνους και διακρίσεις για τη γραφή. Τα καλλιτεχνικά του ενδιαφέροντα επεκτείνονται και στην επεξεργασία διαφόρων ταξιδιωτικών ή  μουσικών βίντεο. Ασχολείται-  δε-  με την blogσφαίρα συνεργαζόμενος ως αρθρογράφος με το 4women.gr.



6 σχόλια:

  1. Υπέροχο!!!!!!!! Χάθηκα διαβάζοντας.... Σήκωσα το κεφάλι μόλις τελείωσα την ανάγνωση και ένιωσα ότι είχα έρθει από αλλού. Οι εικόνες που καταφέρνει να μας περάσει ο κ.Παυλίδης είναι κινηματογραφικές, τόσο ζωντανές που νομίζεις ότι είσαι εκεί δίπλα στους πρωταγωνιστές και τους παρακολουθείς σαν να είσαι η αόρατη σκιά τους... Εξαιρετικό δείγμα γραφής!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ Εύα. Χαίρομαι που σου άφησε τόσο καλές εντυπώσεις το διήγημα μου.

      Διαγραφή
  2. Πρόκειται για ένα υπέροχο, ονειρεμένο ...Συγχαρητήρια κ Παυλίδη !Λιζμπι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Διαβάζω τα διηγήματα του Χρ. Παυλίδη, τα τελευταία χρόνια και κυρίως μετά την έκδοση του βιβλίου του. Οι ιστορίες του προσφέρουν κάτι διαφορετικό, και έχουν απρόσμενο τέλος. Ποτέ δεν με έχει απογοητεύσει η γραφή του Χρ. Παυλίδη. Μπράβο Χριστόφορε, έχεις έμπνευση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαρία σ' ευχαριστώ!Με τιμά ιδιαίτερα, που διαβάζεις τα διηγήματα μου και βρίσκεις πάντα κάτι καλό να πεις.

      Διαγραφή

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!