ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ - Κασσάνδρα Αλογοσκούφι





“Madam Art and her Pious Lord”
Painting by Mentjouk


Ο άνθρωπος ξαφνικά βρέθηκε μέσα στο λιβάδι. Φύσαγε ένα ανάκατος αέρας. Έφερνε τα πανύψηλα γρασίδια μία απ’ τη μια μεριά, μια απ’ την άλλη.
Ο άνθρωπος όπου και να κοίταγε έβλεπε τα ψηλά φυτά να αναδεύουν. Ένοιωθε βέβαια σα να βρισκόταν σε βυθό σκοτεινό που τα πάντα κυμάτιζαν σαν εβένινα φύκια. Η καρδιά του δεν του αρκούσε. Δεν την ένοιωθε πια και γι’ αυτό έτρεχε βιαστικά μέσα στο λιβάδι. Όπου και να κοίταγε έβλεπε τις φιδένιες ταινίες του χόρτου να κυματίζουν θριαμβευτικά.
Κοίταξε τον ουρανό. Είχε μόλις βρέξει και ήταν απογευματινός. Δεν περίμενε πια  κάποιο μήνυμα από ψηλά. Δεν είχαν κάτι να του πουν τα σύννεφα. Τα πόδια του όμως του μίλησαν και του είπαν ότι έπρεπε σύντομα να αγαπηθεί από κάτι ή από κάποιον.
Το λιβάδι εργαζόταν με τα κουνήματά του. Ήταν κοντά του και τον κύκλωνε. Ο άνθρωπος άρχισε να σκάβει με τα νύχια του μια μικρή τρυπίτσα. Το χώμα ήταν νωπό και οι ρίζες σκληρές. Τα νύχια του είχαν γδαρθεί από την επίπονη προσπάθεια. Σταμάτησε μόνο όταν η τρύπα έγινε τόσο μεγάλη όσο και το κεφάλι του. Έσκυψε κλαίγοντας για τη μοναξιά του μέσα στην άπειρη πλάση.
Ναι, έσκυψε τόσο που η γη εφαρμόστηκε στο κουρασμένο κεφάλι σαν κράνος. Εκεί μέσα ο άνθρωπος σε έξαψη ούρλιαξε μια τόσο απελπισμένη κραυγή…
-Αγάπα με!
-Αγάπα με το τίποτα!
-Αγάπα με ρε!…
-Αγάπα με γαμημένη γη!
Ο άνθρωπος είχε λασπώσει από τα ίδια του τα κλάματα. Χτύπαγε τη γη και έριχνε ενίοτε μπουνιές στον αέρα. Προσπαθούσε να πετύχει τα φτερά από το λιβάδι. Τα λουλούδια ολόγυρά του είχαν μπει μέσα στα μπουμπούκια τους. Τον άγγιζαν στοργικά στην πλάτη αλλά ευθύς αμέσως εξαφανίζονταν προς τα πίσω.
Ο αέρας είχε γίνει σα μικρός ανεμοστρόβιλος που σύριζε πάνω στο πράσινο λιβάδι.
Ύστερα ο άνθρωπος σα να θυμήθηκε κάτι και ανασηκώθηκε. Κοίταξε προσεχτικά το λιβάδι που του έφερνε σε ύψος μέχρι το στήθος. Στιγμές μετά θα σκούπιζε το πρόσωπό του με το μανίκι. Ο άσχημος λεκές που προκάλεσαν τα δάκρυά του είχε ήδη ποτίσει το ρούχο.
Το λιβάδι τώρα είχε πάρει τη φωνή του σε αντίλαλο και μία την έστελνε, μία την επέστρεφε πίσω σαν ηχώ.
-Αγάπα με!!!
-Αγάπα με…
-Αγάπα με ρε…
-Με το τίποτα!
-Με το τίποτα!
Ο άνθρωπος πιο μπερδεμένος από ποτέ έγειρε στα πόδια του. Τον είχε πιάσει ένας μεγάλος κολικός και τώρα έκανε εμετούς που με συσπάσεις ξέσπαγαν από το μακάβριο στόμα του. Έπιασε μια τούφα από τα λουλούδια και στέγνωσε τη βρώμικη ανάσα του..
-Γιατί ρε λιβάδι με κοροϊδεύεις;
-Γιατί;
-Τίποτα… Τίποτα με το Αγάπα με, του απάντησε η ηχώ του…
Εκεί ο άνθρωπος κατάλαβε ότι το λιβάδι είχε γίνει προς στιγμήν εγγαστρίμυθος της δικιάς του φωνής και του απαντούσε με αργόστροφους αντίλαλους για να τον μπερδέψει ακόμα πιο πολύ…
Ο άνθρωπος με το όραμα ενός τρικυμισμένου λιβαδιού γύρω του προσπάθησε να βρει την καρδιά του λιβαδιού. Γι’ αυτό και το διέσχιζε. Το σάρωνε, κόβοντας στα δυο και ανοίγοντας νέους δρόμους μέσα απ’ τα μαύρα χόρτα.
Αργά το βράδυ, όταν το φεγγάρι είχε σταθεί στη μέση του πουθενά να του φωτίζει το πρόσωπο με μια όμορφη πανσέληνο σα φαναράκι πρακτικό, ο άνθρωπος διαπίστωσε ότι βρέθηκε ξανά απ’ το σημείο όπου είχε περάσει νωρίς το απόγευμα. Μέσα στην γούβα που είχε ουρλιάξει το «αγάπα με… αγάπα με γαμημένη γη».
Όμως η γούβα δεν ήταν άδεια αυτήν τη φορά. Ένα κόκκινο φωτάκι αναβόσβηνε διασκεδαστικά σα ζωοδόχος πηγή. Έχωσε τα χέρια του μέσα και τράβηξε μια ανθρώπινη καρδιά που έπαλλε με όλα τα κρέατα και τους παλμούς της. Την έσυρε αργά και μαζί τραβήχτηκαν οι αρτηρίες και οι φλέβες. Το λιβάδι μάλλον πόνεσε λιγουλάκι και έστρωσε το χόρτο του καταγής. Όλα τα λουλούδια ξαπλώθηκαν σα να κοιμόντουσαν από την κούραση. Ο άνεμος συνέχιζε επίμονα να σέρνει σε μπόγους τα χόρτα στο πέρασμα του. Ο άνθρωπος έστεκε ψηλά με την ξένη καρδιά καταπρόσωπο.
Δέκα λεπτά είχαν περάσει αφότου ο άνθρωπος είχε πάρει στα χέρια την καρδιά και οι χτύποι της καρδιάς του λιβαδιού τον έβαλαν από την άλλη σε υποψίες. Αφουγκράστηκε τη δικιά του καρδιά και είδε ότι απουσίαζε ο σφυγμός. Αφουγκράστηκε καλύτερα και χτυπώντας το στήθος διαπίστωσε ότι εκεί βρισκόταν μόνο ένα άδειο κούφωμα. Μετά έφερε τη Φέη στο νου του θυμωμένος.
-Εσύ φταις που είμαι άκαρδος.
Και μέσα στον θυμό ο άνθρωπος έβγαλε ένα νυστέρι από την τσέπη. Χάραξε προσεχτικά το στήθος πολύ βαθιά. Τράβηξε έπειτα την καρδιά του λιβαδιού και την ξερίζωσε με φούρια. Τη βούτηξε σαν κλέφτης και την έκρυψε μέσα στο χαμένο του στήθος. Έκλεισε τα δέρματα ξεπαγιασμένος σαν παλτό.
Ο άνεμος τώρα είχε δυναμώσει απειλητικά. Τα χόρτα κιτρίνισαν απότομα και το λιβάδι έπαψε να προστάζει εκείνον τον παλιό αντίλαλο του «αγάπα με … αγάπα με ρε». Τα χόρτα χαλάρωσαν τις ρίζες τους απ’ το χώμα. Ο άνεμος έγινε ολότελα κυκλικός. Κάποτε μετατράπηκε σε ζωηρό κυκλώνα και πολύ γρήγορα έγινε ο ανεμοστρόβιλος εκείνος που θα παρέσερνε όλο το χαλί από χόρτα στο πέρασμα του.
Ο κυκλώνας στάθηκε σα σκάλα αέρινη στα πόδια του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αφού είδε την ερημιά του λιβαδιού και πως αυτός εν τέλει το κατέστρεψε πήρε να ανεβαίνει τα σκαλιά.
~
Τα σκαλιά τον οδήγησαν ψηλά στον ουρανό. Συγκεκριμένα, τον έφτασαν μέχρι το ασημένιο πρόσωπο της πανσελήνου. Ο άνθρωπος σοβαρός, έδειξε στο φεγγάρι τα κλοπιμαία που μάτωναν το μπλουζάκι του. Το φεγγάρι του έγνεψε καταφατικά ναι.
Ο άνθρωπος κρατήθηκε από ένα δυσδιάκριτο πόμολο και άνοιξε την πόρτα του φεγγαριού. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στον πλανήτη γη που απλωνόταν πίσω. Είδε την αχανή έκταση του λιβαδιού γκρίζα και ερημωμένη. Ο λυγερός άνθρωπος τραβήχτηκε πίσω απ’ την πόρτα τυλιγμένος σαν από αόρατη γλώσσα.

Οι γνωστικοί που είδαν καλύτερα την ιστορία λένε για τον άνθρωπο που τον ξεγέλασε το φεγγάρι. Πως δηλαδή η άπληστη Σελήνη τον κατάπιε ολόκληρο. Το φεγγάρι όχι μόνο τον καταβρόχθισε, αλλά κοίταξε να γεμίσει το άδειο στήθος με την καρδιά του λιβαδιού. Μια καρδιά δηλαδή δανεική και χιλιοκλεμμένη από κλέφτη σε κλέφτη.
-Σας αγαπώ όλους, είπε το φεγγάρι και ρεύτηκε μέσα στη σιγαλιά…



“My ‘I’ is an Orange”
 Painting by Mentjouk





MENTJOUK. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος ΑΣΚΤ. Τυχαίνει βραβευμένη στον 7ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Κόμικς της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ και του περιοδικού ‘’9’’ στην κατηγορία Νέων Καλλιτεχνών (2007). Έχει παρακολουθήσει μαθήματα Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Ψηφιδωτού, Φωτογραφίας. Δημιουργίες της φιλοξενήθηκαν στο «Εργοστάσιο» της ΑΣΚΤ, στη γκαλερί «ATHENS ART SPACE» και στη γκαλερί «MARY ALEXIOU» στο Κολωνάκι. Επίσης, έργα της παρουσιάστηκαν στην «APOTHIKI ART GALLERY» της Πάρου, στον Χώρο Τέχνης της Βαρβακείου Αγοράς και στο «Κόκκινο Σπίτι» στην Χαλκίδα. Η Mentjouk. εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αγαπά την καλή μουσική.
 





Κασσάνδρα Αλογοσκούφι (Alogo-pony). Ζει στην Αθήνα. Έχει τελειώσει σπουδές Πληροφορικής για να τις αποποιηθεί χάριν καλλιτεχνίας. Γράφει σύντομες ιστορίες αλλόκοτου και φανταστικού μετασχηματισμού. Τώρα, με την κρίση βγήκε στον δρόμο και σύντομα θα πάρει τα βουνά και τα λαγκάδια. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά(Φανταστική Λογοτεχνία, Σοδειά,κ.α.). Μέσα στο 2012 θα κυκλοφορήσει βιβλίο με τίτλο «Crisis» 10+1 συγγραφέων από το Βακχικόν. Επίσης, θα συμμετάσχει σε συλλογικό τόμο με 24 ιστορίες για την Ελλάδα από τα διαδικτυακά Eyelands.   http://cassandrasbox.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!