Γράμμα από το Μαιευτήριο - Γιώργος Γλυκοφρύδης



Η Μαριλένα τελικά ήρθε σιωπηλά και ήσυχα.
Μετά από εννέα μήνες σοβαρών διαπραγματεύσεων και έντονων κινήσεων μέσα στα υγρά του πλακούντα, αποφάσισε να τροχοδρομήσει στο αεροδρόμιο ενός λευκού αποστειρωμένου κρεβατιού στις 10:35 της Τρίτης της 25ης Μαρτίου του 2009. Στο ζώδιο του Κριού. Στην επέτειο μιας επανάστασης.
Ο πύργος ελέγχου μας ειδοποίησε για την άφιξη εκεί γύρω στις 06:30 της ίδιας ημέρας. Μια και μισή ώρα αργότερα η μητέρα της Μαριλένας ήταν ξαπλωμένη, κατάφωτη και δεμένη, στην αίθουσα αφίξεων, με όργανα να μετράνε τον οργανισμό του ταξιδιώτη που αναμενόταν με όλες τις τιμές.
Η Μαριλένα ήρθε σιωπηλά και ήσυχα.
Όπως τ’ όνομά της. Κι έδιωξε όλο τον θυμό, την αγωνία, το άγχος. Όπου κι αν υπήρχαν. Φύσηξε μακριά τα συνοφρυωμένα βλέμματα και τα σταυρωμένα χέρια. Της πήρε δύο ώρες και κάτι για ν’ αποβιβαστεί σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Μόλις βγήκε, ούτε έκλαψε, ούτε φώναξε. Μόνο προσπάθησε ν’ ανοίξει τα μάτια της, πράγμα που δεν πρέπει να της ήταν και ιδιαίτερα εύκολο οπότε και παραιτήθηκε άμεσα από το εγχείρημα.
Στο βάθος μια τηλεόραση άλλαζε γρήγορα εικόνες ενός πράσινου υπέρυθρου πολέμου.
Πέντε ώρες μετά την προσεδάφισή της σ’ αυτόν εδώ τον πλανήτη πλησίασα το πρόσωπό μου στο δικό της πίσω απ’ το πλαστικό διάφανο παραπέτασμα του κρεβατιού της σε απόσταση μικρότερη των δεκαπέντε εκατοστών. Τόσο όσο χρειάζεται ένα νεογνό πέντε ωρών για να διακρίνει. Και μια που τελικά είχε αποφασίσει ν’ ανοίξει τα μάτια της, με κοίταξε ευθεία μέσα στα δικά μου. Της χαμογέλασα, κι εκείνη έβαλε και τα δυο χέρια της μαζί με όλα τα δάχτυλά της μέσα στο στόμα της.
Δώδεκα ώρες αργότερα συνέχισε να μην κλαίει και να μην φωνάζει. Μόνο ένα σιγανό νιαούρισμα άφηνε που και που καθώς αγκάλιαζε την μητέρα της για να βάλει το πρόσωπό της εκεί πίσω απ’ τ’ αυτί.
Την πήρα αγκαλιά με σηκωμένα τα μανίκια της μπλούζας μου κι έβαλα την μύτη μου στον ελάχιστο λαιμό της.
Έκλεισα τα μάτια μου. Ώστε αυτή είναι η μυρωδιά σου γλυκιά μου; σκέφτηκα, καθώς αφέθηκα αβαρής σ’ ελεύθερη πτώση για να σκάσω λίγα δευτερόλεπτα αργότερα στο σύμπαν της Μαριλένας. Η μουσική που σηκώθηκε, φθινοπωρινά φύλλα που γυρνούν στα κλαδιά τους καθώς το φιλμ τρέχει προς τα πίσω, ήταν ένα κονσέρτο μπάσων εγχόρδων που δεν ήξερα. Τα πάντα γύρω ήταν πλάνα κάποιου κλασικού παράδεισου. Εκτυφλωτικά έγχρωμα· με παιδάκια να τρέχουν χαρούμενα ανάμεσα από ψηλά ηλιοτρόπια σε αργή κίνηση.
Σε λίγο, ένα τετράχρωμο κινούμενο σχέδιο εμφανίστηκε και με πήρε απ’ το χέρι. «Εδώ είναι ο πλανήτης της Μαριλένας. Κι εδώ το ψέμα πεθαίνει με το που αγγίζει τις πατούσες του…» είπε άξαφνα. Σαν καλωσόρισμα. Και πριν να τελειώσει την φράση του, και χωρίς κανέναν λόγο, άξαφνα πάλι, έσκασε στα γέλια.
«Τι γελάς;» ρώτησα συνοφρυωμένος.
«Γελάω γιατί θυμήθηκα τον αδερφό της που λέει “Να μια πατούθα!”» Γέλασε πάλι μόνο του μ’ αυτό που είπε και συνέχισε «Δεν έχει πολύ πλάκα ο αδερφός της;»
«Ναι έχει…» του είπα. «Δεν μου είπες, όμως, γιατί το ψέμα πεθαίνει με το που αγγίζει τις πατούσες του εδώ;» το ρώτησα.
«Γιατί όπως δεν μπορείς να πεις πατούσα έτσι δεν μπορείς να πεις και ψέμα εδώ πέρα.»
«Γιατί;»
«Γιατί άμα θέλεις να πεις ψέμα θα πεις πθέμα, όπως άμα θέλεις να πεις πατούσα θα πεις πατούθα, οπότε δεν μπορείς να πεις ψέμα.»
Το κοίταξα κατάπληκτος.
«Το κατάλαβες τώρα ή να κάνω και κακά;» μου είπε ρουφώντας την μύτη του.
«Ναι αλλά την αγαπώ.» του είπα.
«Ποια απ’ όλες;» με ρώτησε χαμογελώντας μ’ έναν μορφασμό.
«Ορίστε;»
«Ποια απ’ όλες.»
«Την Μαριλένα…»
«Την Άννα δεν την αγαπάς;»
«Πώς;»
«Την Ιφιγένεια;»
«Μα τι λες τώρα;»
«Την Μαρία; Την Έλενα; Την Ελένη; Την Δανάη; Την Μαρίνα; Θες να σου πω κι άλλες; Θες να στις πω όλες μήπως; Όλες όσες τους είπες “Σ’ αγαπώ”; Ή μήπως θέλεις ν’ αραδιάσω εκείνες που τους είπες εκείνο το ηλίθιο “Σ’ αγαπώ αληθινά”, ή το ακόμη χειρότερο “Θα σ’ αγαπώ για πάντα”»
«Δεν έλεγα ψέματα…» άρθρωσα με το κεφάλι κάτω.
Ξέσπασε σε ακράτητα κακαριστά γέλια. Κι αφού συνήλθε είπε «Γιατί δεν γινόσουν ασφαλιστής και μάλιστα με ειδικότητα στις ασφάλειες ζωής; Τόσο καταπληκτικά μελό που είσαι θα είχες επιτυχία…»
«Κάνεις λάθος!» του απάντησα έντονα.
«Κάνω λάθος;»
«Ναι κάνεις λάθος.»
«Εγώ;»
Σήκωσα το κεφάλι μου για να κοιτάξω το κινούμενο σχέδιο. Απέναντί μου καθόμουν εγώ τετράχρωμος τρώγοντας ένα παγωτό σοκολάτα. Άρχισα να φοβάμαι. Ο εφιάλτης πλησίαζε ποδοβολώντας. «Μα… η Μαριλένα… είναι η κόρη μου. Είναι δεδομένο πως την αγαπώ περισσότερο απ’ όλες…» είπα κοιτάζοντάς με εκεί απέναντί μου με τα χείλη πασαλειμμένα.
Ο εαυτός μου γύρισε απότομα το χέρι του ανάποδα και με χαστούκισε με τόση δύναμη που τα γυαλιά μου διέγραψαν μια μεγάλη διαδρομή στον αέρα πριν σκάσουν κάτω και διαλυθούν. Απ’ το στόμα μου έτρεχε λίγο αίμα.
«Δεν σου έχω πει να μην λες τόσο γιγαντιαίες μαλακίες;» μου είπε σχεδόν ταυτόχρονα με το γιγαντιαίο χαστούκι.
Άρχισα να βήχω. Δεν μπορούσα να μιλήσω. Πονούσα σ’ όλο μου το πρόσωπο.
«Και τώρα φύγε…» είπε ο εαυτός μου δίνοντάς μου μια ελαφριά σπρωξιά και συνέχισε «Δεν φτάνουν όλα αυτά, αλλά έχεις και τύψεις από πάνω… δηλαδή είσαι που είσαι κατάπτυστος, θέλεις να σε λυπηθώ κιόλας μ’ αυτά που σκέφτεσαι… άντε ρε γελοίε…» είπε και μ’ έσπρωξε ξανά ενώ συνέχισε πάλι «Τον εαυτό σου αγαπάς μόνο. Και με πάθος πασχίζεις για την ικανοποίησή του. Και με πάθος πασχίζεις για τον πολλαπλασιασμό του πάθους σου. Για την διαιώνιση του, για την διαιώνισή σου. Αγώνας για την συνέχιση του είδους σου. Οπότε, τουλάχιστον, σε παρακαλώ… σταμάτα να λες “σ’ αγαπώ” και “σε κάνω” και “σε δείχνω”… είναι ασέβεια για το είδος σου… Και να σε ρωτήσω; Μήπως ζηλεύεις κιόλας; Φοβάσαι μη και σε απατήσει η γυναίκα σου; Ε; Άμα πάει με άλλον θα γυρίσεις και θα την πεις “τσούλα” και μετά θα φύγεις με την γραβάτα σου ν’ ανεμίζει νικήτρια;»
«Όχι…» απάντησα με δυσκολία καθώς με πόναγαν οι μασέλες μου.
«Α… Ευτυχώς…»
«Και τι να λέω τότε;» ρώτησα με λίγο ανακτημένο θάρρος.
«Να λες “Σ’ αγαπώ κι εσένα!” Πώς λες “Τυλίξτε μου κι αυτό! Θα το πάρω κι αυτό!” καθώς με τρέλα κι ανείπωτο πάθος αντικρίζεις το τελευταίο μοντέλο κινητού τηλεφώνου και τ’ αγοράζεις χωρίς δεύτερη σκέψη, τινάζοντας στον αέρα την πιστωτική σου κάρτα για πολλοστή φορά, ικανοποιώντας σε με ηδονή; Έτσι θα το λες. Με το ίδιο ύφος και με το ίδιο τρέμουλο στα χέρια, καθώς θ’ αγγίζεις το κινητό… συγγνώμη… καθώς θα την αγγίζεις ήθελα να πω. Μπορεί να της φανεί χυδαίο εκείνη την στιγμή, οπότε μπορεί και να σου αστράψει ‘κάνα γυριστό χαστούκι αλλά δεν πειράζει… Εσύ τουλάχιστον θα έχεις πει την αλήθεια. Για μια έστω φορά στη ζωή σου.»
«Εκείνες αγαπούν κυριολεκτικά;», συνέχισα με το στόμα μου μουδιασμένο.
«Ναι.»
«Γιατί;»
«Γιατί μπορούν αν θέλουν να κάνουν παιδιά.»
«Κι αν κάποια δεν κάνει ποτέ της παιδιά;»
«Γιατί μπορούν, αν θέλουν! Είπα. Όχι, αν κάνουν! Ικανοποιήθηκες τώρα μικρόνοα;»
«Όχι…»
Δεν είπε τίποτα.
«Τον εαυτό μου αγαπώ μόνο; Αυτό δεν είπες πριν;» συνέχισα τις ερωτήσεις μου.
«Ναι τον εαυτό σου.»
«Καλά πόσοι είμαστε εδώ πέρα;» ρώτησα τον εαυτό μου.
«Εγώ μπορώ να μιλώ και για σένα και για μένα.» είπε και συνέχισε «Εσύ δεν μπορείς να μιλάς για μένα. Μόνο για σένα.»
«Οπότε;»
«Οπότε μην με ρωτάς πόσοι είμαστε εδώ. Μόνος σου είσαι. Εκτός κι αν χρειάζεσαι ψυχίατρο για να το καταλάβεις μια και καλή. Και τώρα φύγε σου είπα! Δεν κάνεις για ’δω.»
«Δεν με σώζει τίποτε;» ρώτησα κάνοντας την τελευταία ερώτησή μου καθώς σηκωνόμουν αργά από τον λαιμό της Μαριλένας.
«Κάτι σε σώζει…»
«Τι…»
«Το ότι στην πραγματικότητα δεν είσαι τριάντα οκτώ, αλλά ούτε καν πάνω απ’ τα δεκαοκτώ… Είναι θέμα αν έχεις τελειώσει το λύκειο… Μόνο αυτό σε σώζει. Αλλά δεν ξέρω για πόσο ακόμη. Τώρα φύγε είπα!»
Χαμογέλασα. Άνοιξα τα μάτια μου.
Έδωσα την Μαριλένα στην μητέρα της με προσεκτικές κινήσεις. Η μουσική κόπηκε απότομα κι όλα χάθηκαν μ’ ένα μικρό βουητό. Η Μαριλένα χασμουρήθηκε ανοίγοντας διάπλατα το στόμα της καθώς μετά από λίγο ξάπλωσε πάνω στον χτύπο της καρδιάς που είχε βρει για ν’ αποκοιμηθεί εκεί αμέσως. Βρήκα μια δικαιολογία και βγήκα έξω απ’ το δωμάτιο γρήγορα.
Ακούμπησα ξεφυσώντας στα παχιά τζάμια του μαιευτηρίου κοιτώντας την πόλη από ψηλά λουσμένη στον πρωινό ήλιο.
Έκανε ζέστη. Ο χειμώνας έδειχνε να έχει φύγει για τα καλά. Άλλο ένα που έδιωξε η Μαριλένα ήταν ετούτος ο ατελείωτος χειμώνας. Ατελείωτος. Έξι ολόκληρους μήνες κράτησε ο παλουκοκαύτης.
Βαθιά μέσα μου είχα έναν κόμπο από παχύ σκοινί. Από καραβίσιο κάβο. Σκεφτόμουν εσένα, συνεχώς. Και χθες. Και σήμερα. Ακόμη και μέσα στην αίθουσα του τοκετού, ανάμεσα στα πράσινα ρούχα και στους μετρητές των στιγμών και των σφυγμών, το μυαλό μου ήταν σ’ εσένα.
Νομίζω πως δεν το κατάλαβε κανείς, εκτός ίσως από το κινούμενο σχέδιο.




Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Ξεκίνησε εργαζόμενος στις κινηματογραφικές ταινίες και στα τηλεοπτικά σήριαλ του πατέρα του Πάνου Γλυκοφρύδη κι αργότερα εργάστηκε ως β' βοηθός σκηνοθέτη στον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Παράλληλα, παρακολούθησε μαθήματα κινηματογράφου στην "Deutsche Film- und Fernsehakademie" στο (τότε) Δυτικό Βερολίνο. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμο «La Sapienza» της Ρώμης αλλά είχε ήδη ανακαλύψει την Πληροφορική την οποία και ακολούθησε ως επαγγελματική καριέρα. Έτσι, ξεκίνησε να αρθρογραφεί σε περιοδικά κυρίως Ειδικού Τύπου δημοσιεύοντας, όμως, και διηγήματα. Σημαντικότερη ήταν η σειρά διηγημάτων με τον τίτλο "Utopia" στο περιοδικό "Ο κόσμος του Internet". 1995 - 1996.
Η νουβέλα «99.9% αληθινή ιστορία» κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό διηγημάτων Επιστημονικής Φαντασίας της «Anubis» το 1996.
Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο Επιβάτης», υποψήφιο για βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στο περιοδικό «Διαβάζω», εκδόθηκε το 2006 από τις εκδόσεις "Νεφέλη". Ακολούθησαν δύο συμμετοχές με διηγήματα στα συλλογικά βιβλία «Α, όπως Αμερική» και «Το βιβλίο του Κακού» των εκδόσεων "Το Μαγικό Κουτί". Το «10 ώρες δυτικά», στις εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα", είναι το δεύτερο μυθιστόρημα. Τρίτη συμμετοχή με διήγημα στο συλλογικό "Έρως 13" των εκδόσεων "Ψυχογιός". Το «Hotel Chelsea», είναι το τρίτο του μυθιστόρημα. “Εκδόσεις Ψυχογιός”. Επίσης, διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί και από την εφημερίδα "Έθνος".


1 σχόλιο:

  1. Μία εξαιρετική άποψη ενός νέου πατέρα! Ευχαριστούμε για τα γλυκά λόγια προς όλες τις μανούλες-γυναίκες αυτού του κόσμου! Ευχαριστούμε και για την αντρική αυτογνωσία!
    (Θα γίνεις πολύ ενδιαφέρον μπαμπάς....)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!