O χρόνος, η ύλη, η αγάπη - Μαριάννα Γεωργοτά



Σήμερα πατέρα οδηγάω το αυτοκίνητό σου. Κατάφερα με κόπο να το ξεριζώσω από το χώμα. Είχε γεμίσει μωβ κυκλάμινα και ολόλευκες βιολέτες. Τα πιο πολλά στη θέση του οδηγού. Στη θέση σου πατέρα. Το κλειδί το βρήκα σκουριασμένο στη δεξιά τσέπη από το καρό σου πουκάμισο, μαζί με μια μικρή χάρτινη πετσέτα που είχες διπλώσει με επιμέλεια. Κιτρίνισε το αλλοτινό λευκό της χρώμα. Η μυρωδιά της όμως πλημμύρισε από ολόφρεσκα γιασεμιά και πράσινο βασιλικό. Γέμισε τα ρουθούνια μου με τ’ άρωμά σου. Έβαλα το χέρι στην τσέπη σου για να την πιάσω. Δεν άντεξε. Θρυμματίστηκε στο πρωινό αέρα. Έγινε κίτρινη σκόνη που σκόρπιζε στον ορίζοντα με πλεύση δυτική. Η ύλη έχει ιδιοκτήτη σκέφτηκα. Γύρισα προς τη Δύση και σου χαμογέλασα.

Έβαλα το κλειδί στη μίζα και ο ήχος της με ταξίδεψε. Σε απομεσήμερα περασμένα, όταν με τα γόνατα γυμνά, γεμάτα πληγές από το παιχνίδι, αφουγκραζόμουν ετούτο τον ήχο για να σε προϋπαντήσω. Έτρεχα στην αγκαλιά σου και συ με γέμιζες με χάδια και έπειτα με τραγούδια. Τραγούδια που ακόμη τραγουδούν στα ήρεμα πρωινά μου, στα ήσυχα βράδια μου. Τραγούδια που τώρα τα τραγουδάω στα δικά μου παιδιά και κείνα με κοιτούν στα μάτια γεμάτα προσμονή και μου χαμογελάνε.

Προσπάθησα να σπρώξω το κάθισμα πιο πίσω για να χωρέσω τα μακριά μου πόδια. Με γυμνά πέλματα ακούμπησα ένα κομμάτι ξύλο που κάλυπτε τις σάπιες λαμαρίνες. Σαν και τώρα το θυμάμαι. Ήταν χειμώνας. Εσύ το είχες βάλει εκεί κάτω. Για τη βροχή, που τρύπωνε από τα ρυάκια του δρόμου μέσα στο αυτοκίνητο και γίνονταν ένα μικρό σιντριβάνι που έβρεχε τα πόδια μας. Πολλές φορές έφτανα στο σχολείο με βρεγμένο ποδόγυρο. Σε όλους έλεγα πως τα πρωινά ψάρευα στη θάλασσα με μια μικρή κόκκινη βάρκα. Μήπως δεν ήταν αλήθεια; Το Morris ήταν η βάρκα μας.

Προσπάθησα να κλείσω την πόρτα όμως εκείνη άρχιζε να τρίζει. Όπως τότε. Όλα τούτα, σημάδια που άντεξαν στο χρόνο. Μετά από μια σύγκρουση σε μια μεγάλη στροφή του δρόμου. Εσύ γυρνούσες οδηγώντας και σφυρίζοντας κρατώντας ένα αναμμένο τσιγάρο στο αριστερό σου χέρι. Από μέσα σου τραγουδούσες το αγαπημένο σου «γιλεκάκι». Το γιλέκο σου τραντάχτηκε τόσο που το λευκό πακέτο με τα τσιγάρα σου χτύπησε στο παρμπρίζ. Ευτυχώς γλίτωσες μόνο μ’ ένα μικρό χτύπημα στο κεφάλι. Το καημένο το Morris όμως… Το καπό σηκώθηκε ψηλά. Η μια πόρτα βγήκε από τα στηρίγματά της και άρχισε αμέσως να σκούζει σα πληγωμένο σκυλί.

Με το καρό σου πουκάμισο ανασκουμπωμένο και με τον ιδρώτα να τρέχει από το πληγωμένο σου κούτελο, προσπάθησες να γιατρέψεις τις πληγές με ό, τι μέσο είχες. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Οι τρύπιες δεκάρες που είχες στην τσέπη ήταν ταγμένες στο μεσημεριανό μας τραπέζι. Πρώτη φορά σε είδα να δουλεύεις με πρόσωπο σκυθρωπό χωρίς να σιγοτραγουδάς. Για πρώτη φορά κατάλαβα πως το κόκκινο Morris ήταν ένα κομμάτι του εαυτού σου.

Το μεγάλο χοντρό σχοινί που έδενε το καπό δεν υπήρχε πια. Ο χρόνος το είχε θρυμματίσει στο άπειρο. Το ξύλο που έβαζες στα πόδια σου είχε γεμίσει πρασινάδα και μικρά μαύρα σημάδια από μούχλα. Το σήκωσα βάζοντας αρκετή δύναμη στα χέρια, καθώς είχε μαγκώσει. Η λαμαρίνα είχε σαπίσει ακόμη περισσότερο. Μέσα από το κενό ξεφύτρωσαν ξαφνικά δεκάδες λευκές μαργαρίτες. Άνοιξαν ανάμεσα στα πόδια μου  σαν ένα μικρό ολόφρεσκο μπουκέτο. Καθώς χάιδευαν τους λευκούς μου αστραγάλους με έπιασε ρίγος.

Ήθελα μόνο να οδηγήσω. Με τα μάτια κλειστά. Πάντα ονειρευόμουν να το κάνω. Πάντα ήλπιζα πως μια μέρα θα πιάσω ετούτο το τιμόνι σφιχτά σαν να το αγκαλιάζω και θα πατάω το γκάζι με δύναμη κυλώντας τις ρόδες πάνω στο μαλακό ανοιξιάτικο  χώμα.

Πήρα ένα σύννεφο από τον ουρανό και το καρφίτσωσα στο πέτο μου. Σήμερα η μέρα ήθελα να είναι ηλιόλουστη απ’ άκρη σ’ άκρη. Έπειτα έπλεξα στα μαλλιά μου λευκά ανθάκια λεμονιάς και στο λαιμό μου κρέμασα ένα κόκκινο κεράσι. Ο ήχος της μηχανής σκόρπισε ένα σμήνος από πουλιά σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. Τα κίτρινα στάχυα έγειραν στην Ανατολή. Οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα και ο αγέρας θρόιζε πάνω από τα ξεφτισμένα καθίσματα θαρρείς και τραγουδούσε.

Είδα τα σπίτια των πουλιών και το καταφύγιο της βροχής. Αγνάντεψα τη γαλαζοπράσινη θάλασσα και τα γδαρμένα της βράχια. Αφουγκράστηκα το σκίρτημα των καλαμιών πάνω από τις διάφανες λιμνούλες. Ανέπνευσα το άρωμα χιλιάδων αστεριών. Έφτασα μέχρι την κοιλιά του φεγγαριού. Μια φέτα φεγγαριού που μας χωρούσε όλους. Έψαξα να σε βρω. Φώναξα. Φώναξα με όση δύναμη είχα. Δεν βγήκε κανείς. Πάτησα την παλιά κόρνα και σε είδα να βγαίνεις στο παράθυρο. Ακούμπησες τα χοντρά σου δάχτυλα στο λευκό πεζούλι. Μου χαμογέλασες και κοίταξες το Morris. Σου έστειλα δυο φιλιά από μακριά. Δεν μπόρεσα να σ’ αγγίξω. Είδα μονάχα ένα σου δάκρυ, που έσταξε πάνω στο σύννεφο που είχα στο πέτο μου. Γέμισε και πλημμύρισε ο ουρανός μου.

Ξημέρωσε. Μια μέρα βροχερή, συννεφιασμένη…





Γεννήθηκα στην Κέρκυρα. Σπούδασα Βιβλιοθηκονομία στο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης και συνέχισα τις σπουδές μου στην Αρχειονομία-Βιβλιοθηκονομία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Παντρεμένη με δύο κόρες ζω στη Θεσσαλονίκη και εργάζομαι ως Δημόσιος Υπάλληλος.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!