Το Ημερολόγιο ενός Αδέσποτου Σκύλου

ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ
 
 


 
Η μάνα τού καθαρίζει τα σεντόνια κάθε μέρα στις επτά το πρωί.
Ανοίγει τα παράθυρα· μπαίνει μπαμπάκι αέρας στο δωμάτιο. Μια ιδέα γαρδένιας που ανθίζει παράταιρα στον κήπο. Ύστερα του διαλέγει ρούχα: παντελόνι βαμβακερό, γκρι φανελένιο πουκάμισο, παπούτσια που τρίζουν γιατί έχουν να περπατηθούν πολλά χρόνια. Κύριος οίδε πόσα χρόνια.
Τον κουβαλάει στην πλάτη, κατεβαίνει την εσωτερική σκάλα του σπιτιού με δυσκολία. Μαζεύονται οι ρυτίδες γύρω από το στόμα της σαν μικρά μπλάβα φιδάκια.
Τον απιθώνει στο τραπέζι. Απαγορεύεται να αρχίσουμε το πρωινό, αν δεν κάτσουν όλοι μπροστά στα πιάτα τους. Αχνιστή μυρωδιά ζεσταμένου καφέ, φρυγανιές που στενάζουν από το βάρος του λιωμένου βουτύρου.
Τον απιθώνει στο τραπέζι, του ισιώνει τα ρούχα, το κορμί, τα κόκαλα. Μετά κάθεται κι εκείνη στη θέση της.
Πάνω στο τραπέζι πέντε πιάτα, σαν άδεια μάτια που είδαν κάποια καταστροφή και την εντύπωσαν βαθιά μέσα τους, μας κοιτούν αδιάφορα.
Στις καρέκλες είμαστε τέσσερις κούκλες που περιμένουν κάποιος να τις κινήσει.
Το ρολόι στον τοίχο δείχνει ήδη οκτώ. Είναι η ώρα που κάθε μέρα τρώμε το πρωινό μας όλοι μαζί. Μια ψυχαναγκαστική ιεροτελεστία. Κανείς δεν ξεκινάει να τρώει αν δεν κάτσει και ο τελευταίος στο τραπέζι.
Τελευταία έρχεται πάντα η μάνα. Τον απιθώνει στην καρέκλα του και μετά κάθεται κι εκείνη.
Ένας αρχίζει να τρώει αδιάφορα· ακολουθούν και οι υπόλοιποι.
Τέσσερα χέρια που παλεύουν με τον πηχτό αέρα της κουζίνας. Τέσσερα ζευγάρια αγκώνες που διαγκωνίζονται ποιος θα αρπάξει πρώτος την καλύτερη μερίδα από την ομελέτα. Στην πραγματικότητα δεν μας ενδιαφέρει. Είναι μια μηχανική εξοικείωση που δεν έχουμε σκοπό να την αλλάξουμε.
Κάθε μέρα στις οκτώ ακριβώς… 
 


 
… η εφημερίδα είναι ανοιχτή στα κοινωνικά. Τα ξέρουμε –δα- όλα: κάποιος παντρεύεται, κάποιος πέθανε, κάποιος αμνηστεύεται. Συνεχίζουμε το πρωινό μας ατάραχοι. Ξανά τέσσερα ζευγάρια χέρια που μαχαιρώνουν τον ήλιο που πέφτει σκληρίζοντας από τις γρίλιες του παραθύρου. Τέσσερα ζευγάρια μάτια που κοιτάζονται μεταξύ τους υπονομεύοντας, επικυρώνοντας, διαγράφοντας, ανακαθορίζοντας τον μεταξύ τους χώρο. Τα όρια του καθενός είναι το πιάτο του, το αιμόφυρτο χωράφι της ανάσας του. Τα πιρούνια παλεύουν με κάτι που δεν τρώγεται, τα μαχαίρια στενάζουν πάνω σε κάτι που δεν κόβεται.
Ο πέμπτος δεν κουνιέται.
Ήσυχα – ήσυχα κόκαλα αραδιασμένα σε ένα βαμβακερό παντελόνι – τέλεια τσάκιση το δίχως άλλο- και σε ένα φανελένιο πουκάμισο χρώματος γκρι. Τα παπούτσια δεν ακούγονται· κανένας ήχος βαδίσματος πάνω στο παχύ κόκκινο χαλί της μάνας. Την κοιτάμε ερευνητικά, ίσως και λίγο καχύποπτα. Τι θα πει, πώς θα το πει, τι θα κάνει μετά, θα φωνάξει, δεν θα φωνάξει, θα πέσει στο πάτωμα κλαίγοντας. Συνηθισμένα πράγματα.
Το πέμπτο πιάτο είναι αδειανό· αχρησιμοποίητο. Κανείς δεν το έχει αγγίξει. Αυτός που πρέπει να το κάνει, δεν μπορεί. Δεν υπάρχει για να το κάνει. Μόνο για την μάνα μας υπάρχει· για΄μας όχι. Έχουμε διαβάσει εδώ και καιρό τα νέα του: στα κοινωνικά της εφημερίδας: σαν κάποιος που παντρεύτηκε, πέθανε και αμνηστεύτηκε.
Το ρολόι σπάει σε κάτι λεπτά αγγεία δευτερολέπτων κοντά στην επικράτεια των 8.30.
Σηκώνομαι πρώτος. Ακολουθούν και οι άλλοι.
Μένει στο τραπέζι η μάνα με τον άλλον.
Του κάνει παρατήρηση που δεν έφαγε το πρωινό του· ούτε μια σταλιά καφέ δεν έβρεξε στα χείλη του.
Δεν παίρνει απάντηση. Δεν θα μπορούσε να πάρει απάντηση από δαύτον στον αιώνα των άπαντα. Όταν κάτι δεν υπάρχει, δεν υπάρχει· τελείωσε.
Από το σαλόνι που βρισκόμαστε και καπνίζουμε, την ακούμε να τον σηκώνει, να τον φοράει στην πλάτη της και να ανεβαίνει τις σκάλες βαρυγκωμώντας.  
Το μεσημέρι δεν θα τον κατεβάσει. Πρέπει να προσέχει το διαιτολόγιό του.
Μάλλον το βράδυ.
Έτσι μας λέει.
Μάλλον το βράδυ ξανά.
Είναι και βαρύς, γέρασα πια δεν με κρατούν τα πόδια μου, μας λέει. Πάνω – κάτω τις σκάλες με αυτόν στην πλάτη μου. Ετσι μας λέει.
Ναι, του χρειάζεται λίγη δίαιτα.
Συμφωνούμε.
Σε μια εβδομάδα κλείνουν πέντε χρόνια από τότε… από τότε…
Ναι, του χρειάζεται λίγη δίαιτα.
Κουνάμε τα κεφάλια.
Δεν έχουμε να κουνήσουμε κάτι άλλο.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!