Ο ΑΡΑΠΗΣ - Λίνα Φυτιλή



Είχαμε εφτά σκυλιά, είχαμε και τον Αράπη. Ένα σκυλί γεροδεμένο, ολόμαυρο,

κατράμι. Εποχή κατοχής  κι η φτώχεια θέριζε. Αλλά τον Αράπη τον αγαπούσα.

Έπαιρνα βούτυρο, το έριχνα κρυφά στον τραχανά και μ΄ αυτό τον τάιζα. Μετά τον

έπαιρνα μαζί μου στη βόλτα. Βγαίναμε έξω από την πόλη, ως το κτήμα του παππού.

Ένα κομμάτι μπλε ουρανού μας ακολουθούσε παντού. Ο κάμπος έτρεχε στα πόδια

μας. Λίγο διάφανο φως, φρέσκο απαλό αεράκι και το σύννεφο του φόβου

απομακρυνόταν προσωρινά.  Ο ήλιος ψηλά έλαμπε.

      Λίγες μέρες πριν μπουν οι Ιταλοί στην πόλη, ο Αράπης ούρλιαζε συνέχεια. Τρία

ολόκληρα μερόνυχτα ουρλιαχτού. Άσχημα μαντάτα θα έρχονταν. Ο πατέρας μου δεν

άντεχε το αλύχτισμα.

«Κακοσήμαδο» είπε.

  Μια μέρα, δυο μέρες, την τρίτη ήταν έξαλλος από θυμό. Κάθισε σκεφτικός δίπλα

στο πιστό σκυλί, μετά το πήρε μαζί του. Το πήγε σ΄ ένα χωράφι με το κάρο και του

έριξε μια με το όπλο, για να το σκοτώσει.

    Όταν γύρισε στο σπίτι το μεσημέρι, μας είπε κακόκεφα ότι τον σκότωσε τον

Αράπη. Έκλαιγα, δεν μπορούσα να το πιστέψω.

  «Γιατί; Τι σου έκανε;»

Έτρεχαν τα δάκρυά μου, λίμνη από αναφιλητά. 

 «Το ουρλιαχτό του δεν ήταν καλό για το σπίτι μας…»

Αυτό είπε μόνο και βγήκε από το δωμάτιο.

Απαρηγόρητη πήγα να ξαπλώσω. Το γεγονός ήταν  τετελεσμένο.

       Πέρασαν μερικές μέρες και πήγαμε στο μοναστήρι της Παναγίας Ξενιάς με το

κάρο, εγώ, ο πατέρας μου κι η μάνα μου. Μόλις φτάσαμε στον Αι-Γιώργη, στο

σημείο κοντά στις βρύσες, είδαμε εκατοντάδες αντάρτες παραταγμένους.  Περίμεναν

τους Ιταλούς. Θα γινόταν επίθεση το πρωί. Κρύος ιδρώτας μας έλουσε. Η μάνα μου

πάγωσε.

 «Πάμε να φύγουμε» είπε.

  Βιαστήκαμε μέχρι που φτάσαμε στο Κοελίτσι, εκεί που βρίσκεται σήμερα το

αεροδρόμιο. Ο ουρανός αγέρωχος κι η θάλασσα κάτω από το νευραλγικό φως,

κυμάτιζε στο βάθος ψεύτικα. Σ’ εκείνα τα κυματάκια ταλαντεύονταν λίγες λαθραίες

εικόνες ηρεμίας. Ώρες κράτησε το ταξίδι μες τη νύχτα με το κάρο. Κρυφτήκαμε

σ’ ένα μικροσκοπικό σπίτι, σπιρτόκουτο, δυο δωμάτια όλο κι όλο. Ανάμεσα στους

φουντωτούς θάμνους δεν ξεχώριζε.

    Την άλλη μέρα μάθαμε ότι το πρώτο σπίτι που κάηκε στον Αλμυρό, ήταν το δικό

μας. Εμείς τότε, τα υπάρχοντά μας τα είχαμε στοιβάξει σε μια αποθηκούλα, ώστε

αν μας έκαιγαν το σπίτι, να είχαμε κάπως να ζήσουμε. Η μάνα μου ήταν προνοητικός

άνθρωπος. Αλλά η πρώτη βόμβα έπεσε ακριβώς εκεί και κάηκε η αποθήκη. Όλο

εκείνο το καλοκαίρι δεν είχα παπούτσια. Κυκλοφορούσα μ’ ένα ζευγάρι πάνινες

παντόφλες, που είχαν στο κάτω μέρος τους δυο κόκκινα κορδόνια και τα έδενα στον

αστράγαλο.

     Εμένα οι Ιταλοί με αγαπούσαν. Με φώναζαν dolce Αντιγόνη κι άλλα

παρατσούκλια και μου έφερναν κάλτσες, μακαρόνια και χάπια, ιδίως όταν είχα πάθει

ελονοσία.

     Μια μέρα, η γιαγιά μου είχε πάει στο στάβλο γιατί αρρώστησε η κατσίκα μας, η

Μάρμω. Φώναζε η μάνα μου «Μην πας εκεί μέσα», η γριά κέρατο, δεν άκουγε,

έκανε του κεφαλιού της. Όταν γύρισε στο σπίτι, τα πόδια της ήταν μαύρα από

τους ψύλλους κι η φανέλα της, στο ίδιο κακό χάλι.

«Πώς έγινες έτσι, γριά. Θα σου πιουν το αίμα, θα σου τρυπήσουν τις φλέβες...»

  Πήρε τα ρούχα της η μάνα μου, τα ζεμάτισε σε καυτό νερό. Δε θέλω να θυμάμαι το

θέαμα. Δεν τολμούσα να μπω στο στάβλο ούτε γι΄ αστείο.

    Στο σπίτι μας είχαμε στήσει πια αντίσκηνο και κάπως τα βολεύαμε. Ένα βράδυ η

μάνα μου ζήτησε άδεια από τον Κομεντάτε, το διοικητή των Ιταλών, για να πάμε στο

Κοελίτσι. Αυτός της επέτρεψε αλλά μόνο για εικοσιτέσσερις ώρες.

    Ξεκινήσαμε πάλι με το κάρο, η γιαγιά, η μάνα μου κι εγώ. Τη στιγμή που φτάσαμε

εκεί, έγινε η δεύτερη επίθεση των Ιταλών στον Αλμυρό. Τα μεσάνυχτα, λέγεται, ότι

οι Ιταλοί «πέρασαν» όποια γυναίκα βρήκαν μπροστά τους. Από σπόντα γλιτώσαμε.

   Όταν το άλλο πρωί γυρίζαμε, ακούγαμε τους πυροβολισμούς. Τα αεροπλάνα  

ακόμη βομβάρδιζαν πάνω από τα κεφάλια μας. Μόλις πλησίαζαν τα βουητά τους,

κρυβόμασταν στους θάμνους. Μετά συνεχίζαμε πάλι. Αυτό έγινε άπειρες φορές,

μέχρι να φτάσουμε. Πέφταμε κάτω, γινόμασταν ένα με τη γη και το χώμα. Η καρδιά

μου πήγαινε κι ερχόταν. Τρομερή διαδρομή.

    Φτάνοντας στο σπίτι, το είδαμε ξανά βομβαρδισμένο. Η βόμβα είχε πέσει σε τέτοιο

σημείο, που δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Αρχίσαμε να κλαίμε, η γιαγιά τράβαγε τα

μαλλιά της. Μόνο η μάνα μου στάθηκε ψύχραιμη μπροστά στα ερείπια.

«Ντουβάρια. Ξαναγίνονται» είπε.

     Τίποτα δεν μου προκαλούσε πια έκπληξη. Ίσως γιατί στη διαδρομή μας, είχα μια

αναπάντεχη συνάντηση. Όπως περπατούσα εκεί γύρω από το σπιτάκι, ανάμεσα στα

σπαρμένα χωράφια με τα χτικιάρικα δέντρα είδα μπροστά μου τον Αράπη, το σκύλο

μας. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Στην αρχή λέω, άλλο σκυλί είναι και του μοιάζει.

Αλλά όχι, ήταν ο Αράπης.

   «Μάνα» φώναξα «ο Αράπης…Κοίτα τον» και μετά άρχισα να τον φωνάζω, πολλή

ώρα. «Αράπη, Αράπη…»

    Δε γύρισε. Έτρεχε ακανόνιστα προς το βουνό. Η σφαίρα προφανώς είχε διαταράξει

το μυαλό του, δεν πάταγε καλά, χασεμένο σκυλί ήταν πια. Μάλλον δεν του είχε

απομείνει πολλή ζωή ακόμη. Επιστρέφοντας, το είπα στον πατέρα μου.

«Πατέρα, ο Αράπης ζει…Τον είδα»

«Αποκλείεται. Τον σκότωσα»

«Ο Αράπης ζει. Τον είδαμε. Ρώτα και τη μάνα μου…»

Ο πατέρας μου έβαλε τα κλάματα. Ένα κλάμα βαθύ, ένοχο, μες από τα στήθη.

Αγριεμένος και ταλαιπωρημένος από τον πόλεμο κι όμως, έκλαιγε. «Όλα τα

προαισθανόταν αυτό το σκυλί. Καημένε Αράπη…»

    Τις νύχτες παρά τα χρόνια που πέρασαν, ονειρεύομαι συχνά το ίδιο πράγμα. Τα

μαλλιά μου τυλίγονται στις φλόγες και  ξυπνάω απότομα ουρλιάζοντας. Από μακριά

ο Αράπης  στέκεται στα πίσω  πόδια και  με κοιτάζει θλιμμένα με τα μεγάλα του

μάτια. Δίπλα, μια παγωμένη λίμνη και τρέχω βιαστικά να βουτήξω, για να σβήσω τις

φλόγες.

   Στα όνειρα όλα επιτρέπονται.

Είχαμε κι εμείς όνειρα κάποτε, τραγούδια που αγαπούσαμε και τα ψιθυρίζαμε

κλεφτά. Επιθυμίες, που τις κατάπιαν οι εποχές.

    Είχαμε εφτά σκυλιά, είχαμε και τον Αράπη.





Η Λίνα Φυτιλή γεννήθηκε στη Λάρισα, ζει στον Αλμυρό Βόλου κι εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Το 1997 δημοσιεύτηκε το βιβλίο της Οι Νύχτες της άχρωμης κιμωλίας, Καστανιώτης. Το 2004 εκδόθηκε η εργασία της η Ευέλικτη Ζώνη στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς και μαθητές από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο- Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου. Το 2011 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της Τώρα είναι αργά, εκδόσεις Απόπειρα. Γράφει στο press.gr και στο περιοδικό τέχνης ΝΤΟΥέΝΤΕ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!