Ένα απόγευμα, κάποτε - Ασπασία Βόβολα

Εικόνα πρώτη
Θυμάμαι
με είχε αρπάξει απ'το μαλλί και φώναζε δυνατά μέσ'τη μούρη μου.                                                         -Αυτό το σπαθί είναι δικό μου και δεν θα το αγγίζεις ποτέ. Τον κλώτσησα και του ξέφυγα.
-Είναι δικό μου του είπα, γράφει Αχιλλέας και είναι δικό μου,ούρλιαξα μέσ'το αυτί του.
-Εσύ είσαι γυναίκα,δέν είναι δικό σου...γυ-ναί-κα...γυ-ναί-κα...γυ-ναί-κα..
χτύπαγε τις γροθιές του τη μία στην άλλη και χοροπήδαγε γύρω μου φωνάζοντας και ξεκαρδισμένος στα γέλια..γυ-ναί-κα...
-Σταμάτα δεν είμαι γυναίκα,του φώναξα κλαίγοντας,απελπισμένη και ντροπιασμένη.Τώρα όλα τα παιδιά της γειτονιάς θα γελούσαν μαζί μου.Άκου γυναίκα.Ορμηξα ουρλιάζοντας,του άρπαξα το χέρι και το δάγκωσα με όλη μου τη δύναμη.
-Δεν είμαι γυναίκα, του είπα με μίσος,κοιτάζοντας φοβισμένη το αίμα που έτρεχε απ'το χέρι του.
Δέν πρόλαβα να καταλάβω από που μου ήρθε το χαστούκι, που μου άστραψε η μαμά,...το πρώτο και το τελευταίο που εισέπραξα ποτέ από Εκείνη.
-Δέν είμαι γυναίκα,μουρμούριζα με αναφιλητά,ενώ εκείνη έβαζε ιώδιο στην πληγή του αδελφού μου.

Θυμάμαι...
Όταν ήμουν μικρή ,μου άρεσαν οι ιστορίες με τους ανίκητους ήρωες,τους ατρόμητους,και έλεγα μέσα μου,-έτσι θα γίνω κι ας είμαι κορίτσι.Αγαπημένος μου ήταν ο Αχιλλέας (μη γελάς),τον ένοιωθα κάπως σαν συγγενή μου,αφού στη γή του γεννήθηκα.Μου άρεσε να σκαρώνω ιστορίες ,και τον έβαζα να είναι φίλος μου κολλητός η αδελφός μου,αφού δείλιαζα να τον βάζω να είναι άντρας μου,σίγουρα θα γέλαγε μαζί μου έτσι μικρή που ήμουν.Με συμβούλευε λοιπόν πάντα,αλλά στα δύσκολα νικούσα χωρίς τη βοήθειά του,παρά μόνο με τη σκέψη ότι είναι κάπου γύρω μου και με παρακολουθεί.Με τα χρόνια που περνούσαν ένοιωθα ότι στα περισσότερα νικούσα και έλεγα  -είδες?η ζωή είναι παιχνίδι και αν αλήθεια το θές πάντα νικάς,και πολύ συχνά θυμόμουν αυτές τις ιστορίες με τον Αχιλλέα....και τώρα? τώρα σκέφτομαι πώς με τόσα παραμύθια,ξέχασα να μεγαλώσω.Παγιδεύτηκα στις ιστορίες μου και χάθηκα στην εφηβεία...


 
Εικόνα δεύτερη
Ψάχνω τη δεύτερή μου μνήμη...την πρώτη την ξέρω ,είναι η θάλασσα καί δεύτερη η Έλλειψη.

Θυμάμαι
ο πατέρας με κρατούσε απ'το αριστερό χέρι και η μητέρα απ'το δεξί. Περπατούσαμε με βήμα γρήγορο,στο δρόμο με τις πικροδάφνες, ήταν ολάνθιστες,ακόμα θυμάμαι το άρωμά τους και τα χρώματα. Σχεδόν έτρεχα πασχίζοντας να είμαι δίπλα τους και σκόνταφτα με τα παπούτσια μου,τα παλιά του αδελφού μου ,που του ήταν πια μικρά,και σ'έμενα λίγο μεγάλα.
Πηγαίναμε σινεμά ,στο θερινό,πέντε στάσεις μακρυά από τη ''βίλα Λαχτάρα'', έτσι έλεγε η μητέρα το σπίτι μας ,και γελούσε πικρά, πολύ πικρά, όπως κατάλαβα πολλά χρόνια αργότερα . Έσφιγγα δυνατά τα μάτια μου για να κρατήσω μέσα μου τα δάκρυα, λίγα μέτρα πιο μπροστά μας περπατούσαν το ίδιο γρήγορα ο κυρ,Μήτσος με τη γυναίκα του την κυρία Αντιγόνη,και η Μαιρούλα η κόρη τους και ''φίλη μου''.Αγοροκόριτσο εγώ κοριτσάκι με κοτσιδάκια και κορδέλες η Μαιρούλα,σπανίως με άφηναν να παίξω μαζί της οι γονείς της. Φορούσε λοιπόν  ρόζ φορεματάκι με τιράντες και λευκά πεδιλάκια,....μα πως τα κουμπώνει ...αναρωτιόμουν σκοντάφτοντας, ενώ σκεφτόμουν ταυτόχρονα και το τριζόνι που είχα αιχμαλωτίσει σ'ενα μπουκάλακι μπλέ,το τελευταίο μου απόκτημα -θησαυρό.
 
                                                                                                                                                      
Εικόνα τρίτη

Θυμάμαι
Έκπληκτη με κοίταζε η πωλήτρια στου Λαμπρόπουλου ,όταν κοιταζόμουν στον καθρέφτη,φορώντας ρόζ φόρεμα με τιράντες, λευκά πέδιλα, και έτρεχαν ποτάμια δάκρυα απ' τα μάτια μου...είκοσι χρόνια μετά από εκείνο το απόγευμα.
 
 
Ασπασία Βόβολα
Γεννήθηκα στη Λαμία το 1960 καί μεγάλωσα στήν Αθήνα.Σπούδασα σκηνογραφία-ενδυματολογία θεάτρου καί κινηματογράφου καί ζωγραφική στήν Καλλιτεχνική Εταιρία Αθηνών (Κ.Ε.Α.)με σπουδαίους Δασκάλους, συνέχισα στη Γαλλία (Dijon) με ιστορία τέχνης.
Τα τελευταία 20 χρόνια ζώ καί εργάζομαι στήν Σαντορίνη στό "AKRON" art centre. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!