Η ΜΑΘΗΤΙΚΗ ΠΟΔΙΑ - Άζη Γουζίου




Θα σας πω την ιστορία μου, πόσο πικράθηκα απ’ τη ζωή μου και πόσο ξέπεσα... δεν μπόρεσα ούτε εγώ να καταλάβω το γιατί...
Ήμουν κάποτε το ρούχο που φόραγαν όλα τα κορίτσια! Με φόραγαν το πρωί και πήγαιναν στο σχολείο. Επέστρεφαν το μεσημέρι και μ’ έβγαζαν προσεκτικά από πάνω τους, με κρέμαγαν σε μια κρεμάστρα μέχρι το άλλο πρωί που θα με φόραγαν πάλι. Κάποια κορίτσια δεν ήθελαν να μ’ αποχωριστούν κι οι μητέρες τους τα μάλωναν να με βγάλουν για να είμαι καθαρή την άλλη μέρα. Ήμουν τόσο χαρούμενη...

Τρία ποιήματα - Λίλιαν Μπουράνη



Cercami


Πρέπει να μάζεψα
τα πράγματά μου
σε κάποια στιγμή έκστασης.
Μάλλον σήκωσα
και τους τοίχους
γιατί
η πόρτα αυτονομήθηκε.
Ανοιγοκλείνει στο κενό
έκτοτε.
Θα μπεις ή θα βγεις;

Έρχεται βροχή.

Ο ΑΡΑΠΗΣ - Λίνα Φυτιλή



Είχαμε εφτά σκυλιά, είχαμε και τον Αράπη. Ένα σκυλί γεροδεμένο, ολόμαυρο,

κατράμι. Εποχή κατοχής  κι η φτώχεια θέριζε. Αλλά τον Αράπη τον αγαπούσα.

Έπαιρνα βούτυρο, το έριχνα κρυφά στον τραχανά και μ΄ αυτό τον τάιζα. Μετά τον

έπαιρνα μαζί μου στη βόλτα. Βγαίναμε έξω από την πόλη, ως το κτήμα του παππού.

Ένα κομμάτι μπλε ουρανού μας ακολουθούσε παντού. Ο κάμπος έτρεχε στα πόδια

μας. Λίγο διάφανο φως, φρέσκο απαλό αεράκι και το σύννεφο του φόβου

απομακρυνόταν προσωρινά.  Ο ήλιος ψηλά έλαμπε.

Ψευδαίσθηση - Λίνα Ρόκου



Θα εξαφανιστώ μια μέρα. Σ’ το λέω να το ξέρεις. Εκεί που θα περπατάμε παρέα, θα βρεθώ λίγο παράμερα και θα χαθώ στα στενά καλντερίμια του νησιού. Στην αρχή δεν θα ανησυχήσεις. Θα κοιτάς τις βαρκούλες στο λιμάνι και θα ταΐζεις τα ψάρια στην προκυμαία, καθώς εγώ όλο θα ξεμακραίνω μέχρι να εξαϋλωθώ. Μετά από λίγο θα αρχίσεις να με ψάχνεις, αλλά θα είναι πολύ αργά, αγάπη μου. Δεν θα υπάρχω. Εγώ και το άσπρο φόρεμά μου θα είμαστε αόρατα σωματίδια που θα παιχνιδίζουν λουσμένα στο ζεστό φως. Θα τηλεφωνήσεις στο κινητό μου και θα ακούσεις μια αυστηρή γυναικεία φωνή να σε διαβεβαιώνει ότι «ο αριθμός που καλέσατε δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή».

Ο ΠΑΝΑΓΙΤΣΑΣ - Γιάννης Τσίγκρας



Ο ΠΑΝΑΓΙΤΣΑΣ  Ή ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ

                                                  

          Πάντα παραδείσια ομολογώ την αίσθηση των αίθριων κυριακάτικων πρωινών, αμέσως μετά την απόλυση, στο προαύλιο των Αγίων Αναργύρων.
Η αυλή γέμιζε από κόσμο. Άντρες με μακριά παλτά ζεσταίνονταν από έναν κρύο ήλιο. Περνούσαν δίπλα απ’ το πηγάδι του αγιάσματος και κατευθύνονταν προς το καφενείο με τα μπιλιάρδα. Οι γυναίκες με τα μαλλιά πιασμένα κότσο αγόραζαν στα πιτσιρίκια μαλλί της γριάς ή μηλαράκι ζαχαρωμένο, ενώ πάνω από τα κεφάλια τους έκρωζαν κοράκια αφημένα σ’ ένα γλυκό βοριά που τρέλαινε τους ανεμοδείχτες.

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ - ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ




 
ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ*
ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ**
Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης

Μπήκα στο δάσος
Των ρολογιών.
Φυλλώματα από τικ-τακ,
τσαμπιά από καμπάνες
και κάτω από την πολλαπλάσια ώρα,
αστερισμοί εκκρεμών ρολογιών.

Οι μαύρες ίριδες
των νεκρών ωρών,
οι μαύρες ίριδες
των ωρών παιδιών.