Ένα απόγευμα, κάποτε - Ασπασία Βόβολα

Εικόνα πρώτη
Θυμάμαι
με είχε αρπάξει απ'το μαλλί και φώναζε δυνατά μέσ'τη μούρη μου.                                                         -Αυτό το σπαθί είναι δικό μου και δεν θα το αγγίζεις ποτέ. Τον κλώτσησα και του ξέφυγα.
-Είναι δικό μου του είπα, γράφει Αχιλλέας και είναι δικό μου,ούρλιαξα μέσ'το αυτί του.
-Εσύ είσαι γυναίκα,δέν είναι δικό σου...γυ-ναί-κα...γυ-ναί-κα...γυ-ναί-κα..
χτύπαγε τις γροθιές του τη μία στην άλλη και χοροπήδαγε γύρω μου φωνάζοντας και ξεκαρδισμένος στα γέλια..γυ-ναί-κα...
-Σταμάτα δεν είμαι γυναίκα,του φώναξα κλαίγοντας,απελπισμένη και ντροπιασμένη.Τώρα όλα τα παιδιά της γειτονιάς θα γελούσαν μαζί μου.Άκου γυναίκα.Ορμηξα ουρλιάζοντας,του άρπαξα το χέρι και το δάγκωσα με όλη μου τη δύναμη.
-Δεν είμαι γυναίκα, του είπα με μίσος,κοιτάζοντας φοβισμένη το αίμα που έτρεχε απ'το χέρι του.
Δέν πρόλαβα να καταλάβω από που μου ήρθε το χαστούκι, που μου άστραψε η μαμά,...το πρώτο και το τελευταίο που εισέπραξα ποτέ από Εκείνη.
-Δέν είμαι γυναίκα,μουρμούριζα με αναφιλητά,ενώ εκείνη έβαζε ιώδιο στην πληγή του αδελφού μου.

Μικροδιήγημα - Χαριτίνη Καρρά



«Θυμάσαι καθόλου που με πήγαινες μικρούλα στο συνεταιρισμό να ψωνίσουμε ρούχα κι επειδή είχα τα μαλλιά μου κοντά, η υπάλληλος νόμιζε πως ήμουν αγόρι και μου ‘δινε να δοκιμάσω αγορίστικες βερμούδες κι εγώ τις φόραγα και μετά σκάγαμε στα γέλια μπροστά στον καθρέφτη;; Θυμάσαι μετά που με πήγαινες σ’ εκείνο το γωνιακό το κοτοπουλάδικο και καθόμασταν οι δυο μας, έτσι όπως σπάνια το συνηθίζαμε, γιατί η μαμά πάντα θύμωνε κι έμπαινε στη μέση και δεν μας άφηνε, πάντα πίστευε η μαμά ότι δεν είναι σωστό μπαμπάς και κόρη να πολυέχουν σχέσεις μη και γίνει κανένα κακό, καμιά οικογενειακή τραγωδία απ’ αυτές των αστυνομικών δελτίων και των σήριαλ, θυμάσαι, σου λέω, εκείνα τα ξεγυρισμένα κοτόπουλα σούβλας που τρώγαμε στο κοτοπουλάδικο της γωνίας, με τα λαδωμένα τραπεζομάντηλα και τον ψήστη που του ‘φευγε πάντα ένα τεράστιο τσουλούφι από το λεκιασμένο του σκούφο κι εγώ έλεγα πως σίγουρα θα ‘χει πέσει μια τεράστια τρίχα μέσα στο σουβλιστό σου το μπούτι που το έγλυφες λαίμαργα και μου θύμωνες που σου χάλαγα τη λιχουδιά, θυμάσαι;;

Μικροδιήγημα - Νίκος Παπαδόπουλος



Θυμάμαι, όταν αμούστακα ακόμη, κυνηγάγαμε τα κοριτσάκια. Με το ελάχιστο χαρτζιλίκι μας πασχίζαμε να κάνουμε το παν για να τα εντυπωσιάσουμε. Πρώτα πρώτα αγοράζαμε χύμα τσιγάρα. Το τσιγάρο έδινε ένα κύρος. Έδειχνες άντρας. Το πουκάμισο του μεγάλου αδελφού η του θείου για τη Σαββατιάτικη έξοδο. Και βέβαια λεφτά για το κέρασμα στη βόλτα. Λεμονάδα, στραγάλια και οι πιο τυχεροί πάστα στην κοντινή Εβγα. Και τα κοριτσάκια, ντίβες πραγματικές. Περήφανο τίναγμα του κεφαλιού, στην ανθυποψία πρόκλησης. Μια κίνηση που έβαζε τα πράγματα στη θέση τους, και την χοντρή κοτσίδα να αλλάζει ώμο. Αχ αυτή η κοτσίδα.

Dream land - Χαραλαμπίδη Δέσποινα


        Θυμάμαι εκείνη την μέρα στο μετρό. Βρισκόμουν μέσα στον συρμό. Στεκόμουν μπροστά στην πόρτα. Η πόρτα ανοίγει αυτόματα. Κατέβηκα στον σταθμό Χ.    Θα έπρεπε να είναι γνώριμος, αλλά δεν ήταν.  Μια μεγάλη ταμπέλα έγραφε «UNDERGROUND ». Προχώρησα προς την έξοδο αλλά ανακάλυψα πως δεν υπήρχαν σταθερά σκαλοπάτια, μόνο κυλιόμενες σκάλες καθόδου. Μια καθαρίστρια κρατούσε ένα πανάκι στο χέρι και καθάριζε τον πλαστικό μαύρο ιμάντα στην άκρη των κυλιόμενων. Σκέφτηκα να τις ανεβώ ανάποδα. Να ανέβω την κάθοδο, αλλά είχε κόσμο, δεν θα μπορούσα να τα καταφέρω.

Σκοτεινή - Βάλια Καραμάνου



Θυμάμαι ακόμα την πιο αλλόκοτη και ανατριχιαστική εμπειρία των παιδικών μου χρόνων , την πρώτη φορά που με πήρε ο πατέρας μαζί του στη δουλειά: Θα μεταφέραμε μελίσσια ως τη Σκοτεινή, ένα χωριό τρεις ώρες μακριά από το δικό μας. Δωδεκάχρονο αγόρι εγώ τότε, με τη φαντασία μου ακόρεστη, θεωρούσα την πιο σπουδαία περιπέτεια ένα ταξίδι σ’ ένα μακρινό τραχύ τόπο ανάμεσα στα βουνά με ένα όνομα συνδεδεμένο άρρηκτα με θρύλους και μυστήριο! Ξεκινήσαμε το απομεσήμερο με το αγροτικό μας για τη Σκοτεινή . Το νύχτωμα μας βρήκε λίγο έξω από το χωριό.

Μικροδιήγημα - Ιωάννα-Μαρία Νικολακάκη

Θυμάμαι, Παρασκευή απόγευμα στο μεγάλο σαλόνι του μεγάρου. Την ώρα που ο ήλιος ολοκλήρωνε το σεργιάνι του στην φθινοπωρινή αυλή της πόλης κι έδινε, επάξια πια, τα σκήπτρα στη 14η νύχτα του τρέχοντος μηνός. Οι βαριές, κιτρινισμένες κουρτίνες ήσαν τραβηγμένες -σαν παραμακρεμένες αφέλειες- δεξιά κι αριστερά από την παλιά ξύλινη μπαλκονόπορτα θαρρείς κι η μπαλκονόπορτα ήταν πρόσωπο που η ταφταδένια ξεθωριασμένη ύφανση της κουρτίνας την ενοχλούσε στο να δει τον κόσμο ανεμπόδιστα και να σχηματίσει μια γνώμη ξεκάθαρη.

Μικροδιήγημα - Ηλίας Ε. Τρακάδας

Θυμάμαι ήταν καλοκαίρι. Έκανε αφόρητη ζέστη. Το υπόγειο ήταν σκοτεινό και η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Απόλυτη ησυχία. Πριν μερικές μέρες τη ζητούσα απεγνωσμένα. Τώρα με εκνεύριζε αφάνταστα. Δεκαπεντάυγουστος. Η Αθήνα είχε αδειάσει. Οι δρόμοι είχαν ερημώσει. Στην άδεια πολυκατοικία μόνο εγώ. Ο νοικάρης του υπογείου. Έκλεισα τον υπολογιστή και τσαλάκωσα στο τασάκι το τελευταίο μου τσιγάρο. Ένιωσα το στόμα μου πικρό. Τα χρήματα ήταν στον λογαριασμό μου. Τα μισά. Τα άλλα μισά θα τα έβαζαν μετά. Μετά τη «δουλειά». Την τελευταία μου «δουλειά». Κοίταξα μπροστά μου, πάνω στο δρύινο τραπεζάκι του σαλονιού, τον φάκελο.

Η γοργόνα - Μίνως-Αθανάσιος Καρυωτάκης



«Θυμάμαι το κορμί της να αγγίζει το δικό μου. Η ξανθιά γυναίκα με τα γαλάζια μάτια έκανε την εμφάνισή της μέσα από τα γάργαρα νερά. Μου χαμογέλασε αχνά κι ένιωσα μονομιάς ένα πετάρισμα στην καρδιά μου. Ξέρεις, το προκλητικό της βλέμμα ήταν γεμάτο υποσχέσεις.
Αυτό το περιστατικό έλαβε χώρα αν θυμάμαι καλά πριν από περίπου μία μέρα στην παραλία της Επανομής. Είχα πάει με κάτι φίλους τα μεσάνυχτα για ένα βραδινό μπάνιο. Είχαμε μαζί μας μπύρες, μια κιθάρα και ο Μάνος είχε φροντίσει να φέρει με το αυτοκίνητό του αρκετά ξύλα για να ανάψουμε φωτιά.

Το λάθος της γιαγιάς μου - Θεοδοσία Μπίτζου



Θυμάμαι τη μαμά της γιαγιάς μου, τη γιαγιά Βασιλεία, που πέθανε εκατόν δέκα χρονών. Όλη μέρα έπλεκε και μέτραγε «ένα, δύο, τρία, τέσσερα», προσεκτικά, να μην κάνει λάθος. «Όταν μισέψει και μένα η κλωστίτσα μου θα ποθάνω» έλεγε σκυμμένη πάνω από το εργόχειρό της, ενώ τραβούσε νήμα από το κουβάρι που κυλιόταν πλούσιο κάτω.

Μικροδιήγημα - Γιώτα Φλώρου



Θυμάμαι τις βαλίτσες δίπλα στην πόρτα. Και το σπίτι να μοιάζει ήδη άδειο και ας μέναμε ακόμα εκεί εγώ, ο αδελφός μου και οι γονείς μας. Το βράδυ πριν την αναχώρησή μου έγιναν όλα όπως γίνονταν κάθε βράδυ. Δεν ξέρω γιατί θυμάμαι πιο έντονα τις ώρες από το βραδινό φαγητό και μετά. Ίσως γιατί πριν δεν είχα ακόμα συνειδητοποιήσει ότι πραγματικά θα έφευγα, δεν είχα σκεφτεί ότι την επόμενη μέρα, τέτοια ώρα ακριβώς, η καρέκλα μου στο τραπέζι θα ήταν αδειανή, το πιρούνι μου ανέγγιχτο, το πιάτο μου στοιβαγμένο μαζί με τα υπόλοιπα στο ντουλάπι,να περιμένει.

Μικροδιήγημα - Ιφιγένεια Παρασκευά



Θυμάται...
Η πρώτη φορά που μπήκε στο τρένο φάνταζε σαν σκηνή βγαλμένη από ταινία. 14 Φεβράρη, η μέρα των ερωτευμένων. Όλα είχαν παγώσει, μόνο που η φλόγα στην καρδιά της έλιωνε τα χιόνια γύρω της ως δια μαγείας. Κινητοποίησε το πρώτο αεροπλάνο που πέταξε απ’ τη χώρα, το ταξί που τη μετέφερε από το αεροδρόμιο στο σταθμό και το τρένο που θα την οδηγούσε σ’ εκείνον. Όλα γύρω της έλεγαν πως δεν θα καταφέρει να τον δει, πως δεν θα είναι μαζί του τη μέρα εκείνη των ερωτευμένων. Η καρδιά της όμως ήταν πιο δυνατή, το θέλω της είχε τη λογική της τρέλας. Στριμωγμένη σ’ ένα βαγόνι, δεν ένιωθε το κρύο του χειμώνα να την αγγίζει. Όπως μια όαση στην έρημο, αυτή είχε φτιάξει το δικό της καλοκαίρι μες στα χιόνια. Ήταν ευτυχισμένη. Ήξερε πως άξιζε να προσπαθήσει.

Μικροδιήγημα - Μαρία Κάλφα



Θυμάμαι το όνειρο που είδα το βράδυ λίγο πριν σε αφήσω..
Ψάρευες λέει, χαμογελαστός πρωί πρωί, αγουροξυπνημένος μετά την βραδιά στα βότσαλα της παραλίας, μετά την βραδιά που σου τραγουδούσα με την κιθάρα μου αγκαλιά δίπλα στην φωτιά που είχαμε ανάψει. Ψάρευες λέει, κι εγώ γυμνή πάνω στο βράχο σου διάβαζα στίχους που είχα γράψει στο σκοτάδι. Κρατούσα στα χέρια μου, λέει το όνειρο, το γράμμα που σου είχα στείλει με το φιλί από τα χείλη μου στο υστερόγραφο , κόκκινο, κόκκινο σαν την φωτιά μου, εκεί που σε αποχαιρετούσα με αγάπη και σου έλεγα «μου λείπεις».

Χρωματικός κύκλος Ή Η δική μου εραλδική - Σωτηρία Βασιλείου



Θυμάμαι εκείνη την ημέρα, που αποφάσισες να μου μάθεις τα χρώματα. Γέλασα όταν μου το ανακοίνωσες. Πιο πολύ γέλασα όταν είδα τις χρωματιστές καρτέλες σου και τις μπογιές που κουβάλησες. Γέλασα, με εκείνο το νεοφανές κελαρυστό γέλιο μου, πλήρης απορίας και εκπλήξεως. Δεν μπορούσα να καταλάβω το νόημα της διδασκαλίας. Ωστόσο δεν σε απέτρεψα, δεν το συνηθίζω άλλωστε.
Και έτσι πήρες να μου εξηγείς τα χρώματα, το σημαίνον και το σημαινόμενο. Αυτά τα ήξερα τέλεια. Ουδεμία έκπληξη από μέρους σου. Ήσουν βέβαιος για τις γνώσεις μου.

Μικροδιήγημα - Ζήνων Πετράκης



Θυμάμαι την πρώτη ημέρα στη δουλειά, την πρώτη υπόθεση που ανέλαβα. Τα πράγματα στο γραφείο μου ήταν σε άτακτη σειρά και από το φαξ του συναδέλφου μου έβγαιναν ασταμάτητα έγγραφα. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Πήρα το φάκελο και κλείστηκα στην τουαλέτα. Το αφεντικό είχε δώσει μία ακατόρθωτη προθεσμία και απαγορευόταν ρητά να μεταφέρω φακέλους πελατών στο σπίτι μου. Έμεινα μόνος να κοιτώ της φωτογραφίες του ατυχήματος και προσπάθησα να μεταφερθώ νοερά στο χώρο. Σκεφτόμουν το θύμα.. Τόσος κόπος, τόση φιλοδοξία, τόσο ύψος, τόση ταχύτητα . Συνήθως δεν σε νοιάζει η αιτία. Μόνο το αποτέλεσμα, οι ευθύνες, η  αποζημίωση, η αμοιβή..

Μια ματιά ανθρωπιάς - Δημήτρης Πολίτης



Θυμήθηκα, δίχως να ξέρω γιατί σήμερα το πρωί, τη γαλάζια ματιά της Χριστίνας. Είναι μια πρόσχαρη και χαμογελαστή κοπελιά η Χριστίνα, ένα ανθρώπινο διαμαντάκι που σκόρπιζε και σκορπίζει πάντα γύρω της αισιοδοξία, αγάπη και θετική ενέργεια. Κάθε πρωί λοιπόν, Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή και πάντα εκεί γύρω στις επτάμισυ το πρωί, βρέξει-χιονίσει, στο δρόμο για τη δουλειά, η Χριστίνα συναντιόταν έξω από την πόρτα της με τον άγνωστο οδοκαθαριστή της γειτονιάς της. Εκείνος γύρω στα 50, ίσως και περισσότερο, οικονομικός μετανάστης πρέπει να ήταν, μελαμψός από Πακιστάν, Μπαγκλαντές ή κάτι τέτοιο, από τους ελάχιστους τυχερούς που είχαν προσληφθεί κατά κάποιο τρόπο σαν ωρομίσθιοι από τις δημοτικές αρχές πριν η οικονομική κρίση τρίξει τ’ απαίσια κοφτερά της δόντια...

Μικροδιήγημα - Ευαγγελία Βούλτσου



Θυμάμαι μόνο απ’ τις στιγμές τι ένιωσα και μια εικόνα να βασιλεύει μες τα μάτια σου, εμένα να αργοσβήνω, να χάνομαι και να γυρεύω πάλι να την ζήσω απ’ την αρχή, απαράλλαχτα, άληκτα… και εκείνη η εικόνα, κάθε ηλιοβασίλεμα λούζεται τα χρώματα κι ανασταίνεται τη νύχτα μου στα όνειρα, αναπλάθεται στην στάχτη από καμένη θάλασσα και ταξιδεύω, εκεί που πρόκαμε η ψυχή μου να περάσει, μ’ ανάσα να ζεστάνει το παγωμένο μου κορμί, στα όνειρα. Δεν σου ζητάω να γυρίσεις πίσω χαμένη μου ζωή, μήτε τα κλειδιά του παραδείσου γύρεψα να μου αφήσεις όπως φεύγεις, μόνο τις στιγμές που έζησα κι ακόμα ζω, να μην τολμήσεις να μου πας στη Λήθη.