Καντή - Κατερίνα Ε. Φραγκάκη


 Η ΚΑΛΛΗ
Ένα κεφάλαιο από το βιβλίο
Εκδόσεις Φανοστάτης

«Η μάνα μου βαφτίστηκε Καλλιόπη, μα όλοι τηνε φωνάζανε Καλλή. Γιατί μόνο αυτό το όνομα της ταίριαζε. Ήτονε μια γυναίκα ήρεμη και χαμηλοβλεπούσα, σεμνή όσο δεν παίρνει άλλο και με μια αγκαλιά ανοιχτή πάντοτε για όλους. Έκαμε έντεκα γέννες, μα μόνο οι πέντε επιζήσαμε, εμείς οι τέσσερις κόρες κι ο αδερφός μου ο Γιάννος, που έμελλε να μην τονε χαρεί, γιατί ξενιτεύτηκε. Σαν με γέννησε ήτονε μπλιο μεγάλη, πάνω από σαράντα χρονώ και έλεγε πως σαν «κοπήκανε τα ρούχα της», όταν εμπήκα στην κοιλιά της, ενόμιζε πως ήτονε απού τα γερατειά, δεν το βαλε καθόλου ο νους της πως μπορούσε ακόμη να πιάσει στα σπλάχνα τζη κοπέλι.
Τη θυμούμαι ακόμη τη μάνα μου σαν κλείνω τα μάτια, μ’ ένα τσεμπέρι πάντοτε στην κεφαλή, γιατί μονίμως για κάποιον πενθούσε συγγενή ή φίλο, μα νομίζω πως το πένθος της ερχότανε εύκολο, γιατί στ’ αλήθεια πενθούσε, για το γιο που δε χάρηκε και που το ’νιωθε, όπως κι έγινε, πως δε θα ξανάβλεπε ποτέ. Τα ρούχα της ήτονε πάντοτε καθαρά και μυρίζανε πράσινο σαπούνι και θυμάρι γιατί με δαύτο τα φύλαζε στο μπαούλο. Η φωνή της ήταν ήρεμη και γλυκιά, δεν την άκουσα ποτέ να φωνάξει παρά μόνο σαν με κυνηγούσε ο Γερμαναράς ο Βίλλυς απάνω στα δώματα να με σκοτώσει, μα αυτό είναι άλλη ιστορία. Δεν την άκουσα ποτέ να παραπονεθεί για κανένα, «Άνθρωπος είναι κι αυτός» έλεγε για τον κλέφτη, τον ψεύτη και το φονιά, λες κι η φύση του καθενός από μόνη της είχε μέσα της και την κλεψιά, την ψευτιά και το φονικό.
«Μην κατηγορείς κανένα, σαν δεν ξέρεις τι θα ΄κανες στη θέση του εσύ», με συμβούλευε.
Γι’αυτό και όλοι, νιοι και γέροι, χωριανοί και περαχωριανοί, στην αυλή της Κασσωτόκαλλης ερχόντανε για ορμήνιες και για παρηγοριά. Κι ήτονε κείνη μια καλομάνα για όλους τους.
Ο πατέρας μου, τη μάνα μου τη λάτρευε. Θαρρώ, σίγουρη είμαι δηλαδή, πως αν στη μια μεριά βάζανε τα κοπέλια του να καούνε και στην άλλη τη γυναίκα του, δε θα σκεφτότανε καθόλου ποιον θα ορμούσε για να σώσει. Εμείς πάντως σωτηρία δε θα βλέπαμε. Τόση αγάπη της είχε. Δεν το καταλάβαινα τότες γιατί ήμουνε κοπέλι, μα το ‘νιωσα αργότερα, πως η μάνα μου ήτονε για κείνον γυναίκα και μάνα κι αδερφή κι ο κόρφος, που μέσα του σβήνανε οι δυσκολίες του και τα τραχιά σημάδια του χαρακτήρα του, μιας κι εκείνος ήταν δύσκολος και στους άλλους και στον εαυτό του τον ίδιο.
 Οι δυο τους γνωριστήκανε σαν ήρθε κείνος ψυχοπαίδι στη δούλεψη του  πατέρα της, του Τζάβλα-Γιώργη. Όμορφος πολύ ήτονε ο Κασσωτονικόλας, ο πατέρας μου, ψηλός, πια ψηλός απ’ όλους τους νιους του χωριού με πρόσωπο σμιλεμένο θαρρείς από τον καλύτερο τεχνίτη, όλα ξεχωριστά ήτονε πάνω του, μάτια λαμπερά και γαλανά, ωσάν τον ουρανό της άνοιξης, μύτη και χείλια ομορφοσκαλισμένα και σώμα δυνατό και καλοφτιαγμένο. Όλη του την τέχνη είχε βάλει ο Μεγαλοδύναμος σαν τον έπλασε κι ακόμα και γέρος όντας πια, τονε χάζευες.
Η μάνα μου όμορφη δεν ήτονε, ή τουλάχιστον δεν ήτονε τόσο όμορφη. Μα τι σημασία είχε; Ήτανε μαζί πάνω από εξήντα χρόνια και τον περιέβαλλε πάντοτε με την ίδια αγάπη και τον ίδιο σεβασμό όπως την πρώτη μέρα, που την έκαμε γυναίκα του. Όταν εκείνη πέθανε, πέθανε κι εκείνος, κι αν όχι στο σώμα, πάντως στην ψυχή, γιατί δεν είχε τίποτε να δώσει πια σε κανέναν, ούτε σε παιδιά ούτε σ’ εγγόνια. Λες κι ήταν η Καλλή του το κάρβουνο κι η φωτιά, σαν σώθηκε, έπαψε η μηχανή να δουλεύει, γιατί δεν είχε τίποτε πια να την κινήσει. Και λίγο καιρό μετά το θάνατό της, παραδομένος σε βαθιά θλίψη, μας αποχαιρέτησε με τα μάτια ένα βράδυ, κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε ποτέ.
Στο χωριό η μάνα μου είχε αφήσει νάμι με τις καλοσύνες της. Ακόμη τη θυμούμαι να μας σηκώνει όλες αξημέρωτα να ζυμώσουμε, νύχτα ακόμη ήτονε σαν ετελειώναμε και ξεκινούσαμε να φουρνίζουμε. Κι ύστερα άρχιζε η μοιρασιά. Έβαζε τη ζεστή ξεφουρνιά  στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας κι άρχινιζε τις παραγγελιές:
«Μαρίκα, αυτά θα πας στη θεία την Καδιανή, είναι μεγάλη και δεν μπορεί μπλιο να ζυμώνει. Κι ένα κεφάλι τυρί και τα μποστανικά απού ‘χω στο πατητήρι δίπλα. Και δες αν έχει φαί στο τσουκάλι, αλλιώς πες της να μη μαγειρέψει, βγήκε μεγάλη η μαγεριά πες και θα της πάμε εμείς το μεσημέρι. Λενιά, σύρε συ στη θεια τη Μέλπω και πήγαινε και σ’αυτή τα ίδια και πες της τα ίδια. Ήκουσα πως είναι με γρίπη. Και μιας που θα ‘σαι κει φτιάξε της κι ένα ζεστό με μέλι. Πάρε μέλι από το καμέρι, πάρε παραπάνω, να τη φτάξει για όλη τη βδομάδα. Κι εσείς μικρές, Ευτυχία και Καντή, γεμίστε το ντρουβαδάκι με ψωμιά και πηγαίνετε πόρτα πόρτα στη γειτονιά να τα μοιράσετε, να σασε πούνε ένα συχωρεμό για τα πεθαμένα μας και μιαν ευχή για τους ζωντανούς μας.»
Σαν το πήρε χαμπάρι ο κύρης μου πως πάνω από τη μισή ξεφουρνιά μοίραζε η μάνα μου σ’ όλο το χωριό, γίνηκε Τούρκος. Όχι με τη μάνα μου, (ποτέ με τη μάνα μου) μα με το χωριό.
«Όλους τσοι χαραμοφάηδες θα ταΐζομε τώρα; Μα δε φταις εσύ, μόνο αυτοί απού δε σ’ αφήνουνε σε ησυχία. Από αύριο όποιος θέλει να τρώει ψωμί, να ‘πα το ζυγώνει!»
Κι από την άλλη μέρα, πράγματι, όποτε ζύμωνε η μάνα μου, μετρούσε ο πατέρας τα ψωμιά.
«Γιάε Καλλή! 30 τ’αφήνω ζυμωμένα, 30 να τα ‘βρω και ψημένα» της έλεγε, και πόριζε για τη δουλειά.
«Ομπρός μωρέ ογλήγορα, ανασκουμπωθείτε!» διάταζε η μάνα μου σαν αποκόλωνε ο πατέρας από το τελευταίο σπίτι του δρόμου. «Χαλνάτε τα!»
Κι όλες μαζί απού την αρχή βάναμε μια στίβα τα ζυμωμένα κι άψητα ψωμιά και τα χαλνούσαμε και τα ξαναζυμώναμε απού την αρχή. Μόνο που τώρα τα κάναμε μιαολιά μικρότερα κι έτσι αντίς για 30 βγαίνανε 50 και πάλι περισσεύανε γι’ αυτούς που ’θελε να φιλέψει η μάνα μου.
Κάποια φορά που ‘κανε την «επιθεώρηση» ο πατέρας μου το πρόσεξε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με το μέγεθος.
«Μα γιάντα μωρή Καλλή μου φαίνουνται σαν τα μπασμένα;»
«Ο φούρνος τα φυραίνει μιαολιά Νικόλα μου. Μα ‘ναι πια νόστιμα έτσι, μόνο τρώε και λέγε Δόξα Σοι ο Θεός».
Και μας έριχνε μια πονηρή ματιά μ’ ένα χαμόγελο (η μόνη πονηριά που έκανε στη ζωή της ήτονε τούτη) και σκούσαμε όλες μαζί στα γέλια και δεν ήξερε ο κύρης μου το γιατί.
Εκείνη η μάνα ήτονε η παρηγοριά μου στις δύσκολές μου ώρες, σαν ήφηκα τον τόπο μου κι ακλούθησα της καρδιάς το μονοπάτι, ξενομπάτισσα και μοναχή έμελλε να διαβώ το δρόμο απού μού ‘γραψε ο Μεγαλοδύναμος. Μα εκείνη πάλι ήτονε, που ‘κανε τον πόνο μου μεγαλύτερο, γιατί μου ‘λειπε πλιότερο από όλους τους εδικούς μου μαζί.»
 
------------------------------------------------------------------------------------------
 
Πάνω από την παραστιά υπήρχε πάντοτε κρεμασμένη μια μεγάλη, ασπρόμαυρη φωτογραφία με την Καλλή και τον Κασσωτονικόλα, καθισμένους δίπλα δίπλα, ντυμένους με τις παραδοσιακές τους φορεσιές, να κοιτάνε το φακό με ύφος βλοσυρό κι απόμακρο. Το μόνο που μαρτυρούσε το χαρακτήρα πίσω από τα  ανέκφραστα πρόσωπα ήταν το βλέμμα τους, όπως είχε καταφέρει, σε πείσμα τους, να το απαθανατίσει ο πλανόδιος φωτογράφος. Τραχύ και περήφανο, λαμπερό και γεμάτο φωτιά του πατέρα της, κάτω από τα δασιά και σμιχτά, θυμωμένα θαρρείς, φρύδια. Το μόνο που μαλάκωνε την αίσθηση του δέους, φόβου σχεδόν, που σου προκαλούσε αυτό το δυνατό πρόσωπο ήταν το απαράμιλλο κάλλος του, σμιλεμένο καθώς ήτανε με απόλυτη συμμετρία και τα γυριστά του ματοτσίνορα, που γλύκαιναν το καθάριο καταγάλανο βλέμμα του και σε υποψίαζαν για μια πιο προσιτή στην πραγματικότητα φύση, καλά κρυμμένη κάτω από τις επιταγές της κρητικής παράδοσης. Η Καλλή από την άλλη, είχε ένα ασύμμετρο μάλλον πρόσωπο, με λεπτά αυστηρά χείλη και μια ολόισια, μακριά μύτη, που πάσχιζε θαρρείς να φέρει την ισορροπία στο όλο, χωρίς επιτυχία. Όμως, στο σύνολό του, το πρόσωπό της σού έφερνε στο μυαλό τη μάνα Γη, δίνοντας την αίσθηση της δύναμης και της σταθερότητας  και προκαλώντας σου ένα ξεκάθαρο αίσθημα ασφάλειας, σα να γνώριζες, από τη στιγμή που το κοιτούσες, ότι ο κάτοχός του, δε θα σε πρόδιδε ποτέ και θα ήταν πάντοτε δίπλα σου στη δύσκολη στιγμή, με κάθε κόστος. Κι ύστερα, ήταν εκείνα τα μάτια της, τόσο γλυκά και ζεστά, παραφωνία λες κι ήταν πάνω σ’ αυτό το αυστηρό πρόσωπο, που δεν είχε ίχνος υπερβολής. Και που από μόνα τους μαρτυρούσανε την ύπαρξη μιας μεγάλης, μιας γενναιόδωρης καρδιάς, όπως ακριβώς μού την περιέγραφε η γιαγιά μου.
Όλες οι μαρτυρίες για κείνην, τόσο από τη γιαγιά μου, όσο και από τη μητέρα μου, αλλά και τα υπόλοιπα εγγόνια της, τους θείους μου, συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: πως επρόκειτο για μια γυναίκα με απόλυτα αγνή καρδιά και διάθεση να βοηθήσει άμεσα και αποτελεσματικά, όσους είχαν ανάγκη. Τα πλήγματα που βρήκαν την οικογένεια, εκείνη τα δέχτηκε με αξιοπρέπεια και δύναμη, κι ας υπέφερε από πόνο βουβό κι ανομολόγητο, ακόμη και στους πιο δικούς της ανθρώπους. Το χτύπημα του αδερφού της από τη λέπρα και η εξορία του στη Σπίνα Λόγκα, που ‘χε συνέπεια το θάνατο της μάνας της σε πολύ μικρή ηλικία, η μετανάστευση του μοναχογιού της στην Αυστραλία και το παιδί που έχασε από πνιγμό, στη μεγάλη πλημμύρα του ποταμού, όταν αυτό ήτανε μόλις οχτώ χρονών, χώρια τα υπόλοιπα, που χάνονταν στις γέννες. Όλα τούτα τα βαριά χτυπήματα τα δέχτηκε με τη δύναμη της γνώσης ότι δεν μπορεί να τ’ αλλάξει και υποψιάζομαι, από τα λεγόμενα της γιαγιάς μου, με τη βοήθεια που προσφέρει σε έναν άνθρωπο η πίστη ότι υπάρχει κι άλλη ζωή, πέρα από αυτή που γνωρίζουμε, η οποία έτσι κι αλλιώς τελειώνει τόσο γρήγορα, ώστε είναι ζήτημα χρόνου να συναντηθούμε με εκείνους που αγαπήσαμε κι έφυγαν πριν από εμάς. Κι όλη αυτή τη σοφία αιώνων φαίνεται πως αυτή η υπέροχη γυναίκα την κατείχε και τη χρησιμοποίησε για να πορευτεί στη δύσκολη, γεμάτη αντιξοότητες ζωή, που της κληρώθηκε. 



Η Κατερίνα Ε. Φραγκάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 6 Μαΐου του 1975. Σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Τμήμα της Νομικής Σχολής και ασχολείται με τη δικηγορία και τη συγγραφή.  Είναι παντρεμένη και έχει τρεις γιους.

Είναι μέλος του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (iBbY), καθώς και της Society of Childrens Books, Writers and Illustrators (scbwi) και έχει φοιτήσει στο Εργαστήρι Ζωγραφικής του Αζαρία Μαδανιάν.
Η«Καντή» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα. Βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα ή έχει εμπνευστεί κατά ένα μέρος από αυτά, τα οποία διαδραματίζονται στην Κρήτη του Μεσοπολέμου και καταλαμβάνουν τις δεκαετίες ’30-’50, όπως της τα μετέφερε η γιαγιά της, που δε ζει πια.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!