Το λάθος της γιαγιάς μου - Θεοδοσία Μπίτζου



Θυμάμαι τη μαμά της γιαγιάς μου, τη γιαγιά Βασιλεία, που πέθανε εκατόν δέκα χρονών. Όλη μέρα έπλεκε και μέτραγε «ένα, δύο, τρία, τέσσερα», προσεκτικά, να μην κάνει λάθος. «Όταν μισέψει και μένα η κλωστίτσα μου θα ποθάνω» έλεγε σκυμμένη πάνω από το εργόχειρό της, ενώ τραβούσε νήμα από το κουβάρι που κυλιόταν πλούσιο κάτω.

Είχε φτιάξει αναρίθμητες δαντέλες σε πετσετάκια, μαξιλάρια, σεντόνια, τραπεζομάντηλα, με αξιοσημείωτο ζήλο και επιμονή –ίσως και με υπερβολή– στην τελειότητα: λασέ, φεστόνια, φιλντιρέδες και αζούρ φιγουράριζαν με λαμπρή σεμνότητα. Είχε μαθητεύσει σε Γαλλίδες καλόγριες που ήταν πολύ αυστηρές και απαιτητικές. Η γιαγιά βέβαια υπήρξε άριστη μαθήτρια, μόνο μία φορά της χάλασε το εργόχειρο, ένα κεντητό μαξιλαράκι. Ήτανε δέκα χρονών και δεν πρόσεξε, δεν μέτρησε καλά, και το σχέδιο ξέφυγε. Οι καλόγριες την μάλωσαν και εκείνη για να επανορθώσει, να μην φαίνεται το λάθος, το γέμισε με περισσότερο κέντημα. Όμως η ζημιά είχε γίνει…
«Όχι γρηγορότης. Πέντε μέτρα» συμβούλευε καθώς έσβηνε με ικανοποίηση τα αλυσιδάκια, «τέσσερα, τρία, δύο, ένα».
Όταν μεγάλωσε πιο πολύ η γιαγιά άρχισε να τα μπερδεύει. «Εσύ τίνος είσαι;» ρώταγε. Της λέγαμε και μετά από λίγο μας ξαναρώταγε, και εμείς σκασμένοι στα γέλια την πειράζαμε: «Γιαγιά τον θυμάσαι τον Χρυσόστομο;» (τον άντρα της που είχαν ζήσει μαζί εξήντα χρόνια) και εκείνη έλεγε πολύ σοβαρά «Ποιος είναι αυτός;». Μόνο την κόρη της γνώριζε που με τα χρόνια –για ευκολία— την φώναζε μαμά… Μπέρδευε και το μέτρημα: δύο, ένα, ανοίγω· τρία, έξη, κλείνω. Θυμόταν όμως όλα τα σχέδια στις δαντέλες που συνέχιζε να τα εκτελεί χωρίς κανένα λάθος.
Κάποια μέρα, λίγο μετά που η γιαγιά έκλεισε τα εκατό, η μαμά μάς είπε: «Η γιαγιά Βασιλεία δεν είναι καλά».
«Αρρώστησε;» ρωτήσαμε εμείς.
«Όχι. Σταμάτησε να πλέκει» μας είπε.
«Γιατί;»
 «Είπε ‘βαρέθηκα να πλέκω’».
Αυτό ήταν πολύ σοβαρό και όλοι μας πολύ στενοχωρηθήκαμε. Πήγαμε να τη δούμε. Πρώτη φορά τη βλέπαμε ξαπλωτή, ένα μικρό ζαρωμένο κορμάκι σ’ ένα τεράστιο κρεβάτι. Δίπλα της τα βελονάκια και τα κουβαράκια της σχεδόν τελειωμένα. Είχε τα μάτια σφαλιστά. Κοιταχτήκαμε με απόγνωση, η γιαγιά πέθαινε.
«Γιαγιά» της είπα πολύ κοντά στο αυτί για να με ακούσει, «η μαμά μού έδωσε το μαξιλαράκι που είχες κεντήσει μικρή και το έβαλα στο μωρό μου».
Άνοιξε τα μάτια της και με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της είπε «Ποιο, εκείνο το ολόγιομο, το κεντητό, το λάθος;».
«Ποιο λάθος γιαγιά;» τη ρώτησα «είναι ένα αριστούργημα, όσοι το βλέπουν –».
 «Θα σου φτιάξω άλλο κορίτσι μου, όχι αυτό στο μωρό, δεν κάνει», και αμέσως σηκώθηκε, και άρχισε να πλέκει για να το αντικαταστήσει. 

 Θεοδοσία Μπίτζου: Γεννήθηκε το 1961 στην Κοκκινιά: τα μικρά σπίτια, οι ιστορίες, ο καημός, η ήττα, οι αξίες που σώζονται, και πάνω απ’ όλα οι άνθρωποι συνέθεσαν το σκηνικό που μεγάλωσε. Επέλεξε τη ζωγραφική και μετά την αρχιτεκτονική. Οι λέξεις μπήκαν αργά στη ζωή της με την απαίτηση ικανοποίησης μικρού παιδιού. Τις ακολουθεί πλέον μαγεμένη από τον ρυθμό τους, σέρνοντας τις παλιές αγάπες που δειλά συνηγορούν ότι όλα είναι ένα – τελικά. Έργα της έχουν διακριθεί: έπαινος νουβέλας, Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (2012), Α’ βραβείο θεατρικού μονόπρακτου και Β’ βραβείο παραμυθιού (Αγ. Νικόλαος, 2012),  Γ’ βραβείο διηγήματος Larry Niven (2012),  B’ βραβείο διηγήματος (Αγ. Νικόλαος, 2011).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας για το κείμενο!